Καιρός να γίνεις τ’ άλλο μου φθινόπωρο (ΙΙΙ)
photo: Ανθή Κόλλια
Άξαφνα περπατούσα και δεν περπατούσα
κοίταζα τα πετούμενα πουλιά,
κι είταν μαρμαρωμένα
κοίταζα τον αιθέρα τ’ ουρανού,
κι είτανε θαμπωμένος
κοίταζα τα κορμιά που πολεμούσαν,
κι είχαν μείνει
κι’ ανάμεσό τους ένα πρόσωπο το φως ν’ ανηφορίζει.
Τα μαλλιά μαύρα
χύνουνταν στην τραχηλιά,
τα φρύδια είχανε το φτερούγισμα της χελιδόνας, τα ρουθούνια καμαρωτά πάνω απ’ τα χείλια,
και το σώμα έβγαινε από το χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο με τ’ άγουρα βυζιά της οδηγήτρας,
χορός ακίνητος.Κι εγώ χαμήλωσα τα μάτια μου τριγύρω :
κορίτσια ζύμωναν,
και ζύμη δεν αγγίζαν
γυναίκες γνέθανε, τ’ αδράχτια δε γυρίζαν
αρνιά ποτίζουνταν, κι η γλώσσα τους στεκόταν
πάνω από πράσινα νερά
που έμοιαζαν κοιμισμένα
κι ο ζευγάς έμενε μ’ ανάερη τη βουκέντρα.
Και ξανακοίταξα το σώμα εκείνο ν’ ανεβαίνει
είχανε μαζευτεί πολλοί, μερμήγκια,
και τη χτυπούσαν με κοντάρια και δεν τη λαβώναν.
Τώρα η κοιλιά της έλαμπε σαν το φεγγάρι
και πίστευα πως ο ουρανός ήταν η μήτρα
που την εγέννησε και την ξανάπαιρνε,
μάνα και βρέφος.
Τα πόδια της μείναν ακόμη μαρμαρένια
και χάθηκαν
μια ανάληψη.
Ο κόσμος ξαναγινόταν όπως ήταν
με τον καιρό και με το χώμα.
Αρώματα από σκίνο
πήραν να ξεκινήσουν στις παλιές πλαγιές της μνήμης…(Γιώργος Σεφέρης, “Έγκωμη”).








