Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Δεν φωτογραφίζω για να ανακτήσω το παρελθόν. Ίσως φωτογραφίζω για να μπορώ να συνομιλώ διαφορετικά μαζί του

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Δεν φωτογραφίζω για να ανακτήσω το παρελθόν. Ίσως φωτογραφίζω για να μπορώ να συνομιλώ διαφορετικά μαζί του

Ποια στοιχεία διαμορφώνουν την προσωπική σου ταυτότητα ωςφωτογράφου; Πόσα από εσένα αποκαλύπτονται μέσα από το σύνολο του έργου σου;
Νομίζω πως μέσα στη φωτογραφία μου αποκαλύπτομαι περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσα μιλώντας για τον εαυτό μου. Η προσωπική μου ταυτότητα ως φωτογράφου έχει διαμορφωθεί από πολλά διαφορετικά βιώματα και ερεθίσματα: από την εικαστική μου παιδεία, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία, το θέατρο και τον κινηματογράφο, αλλά και από έναν τρόπο να παρατηρώ τον κόσμο αναζητώντας συχνά κάτι πέρα από το προφανές. Η εικόνα με ενδιαφέρει όχι μόνο ως καταγραφή, αλλά ως ένας τρόπος να προσεγγίσω όσα δεν είναι άμεσα ορατά. Μπορεί να ξεκινήσω από ένα πρόσωπο, έναν χώρο ή ένα αντικείμενο, όμως αυτό που αναζητώ βρίσκεται συνήθως πίσω από την πρώτη τους εμφάνιση.
Δεν θεωρώ τη δουλειά μου αυτοβιογραφική με τη στενή έννοια. Κι όμως, αναπόφευκτα υπάρχει πολύ από εμένα μέσα της: ο τρόπος που κοιτάζω, που συγκινούμαι, που αμφιβάλλω, που φαντάζομαι. Ίσως τελικά το προσωπικό μου αποτύπωμα να βρίσκεται ακριβώς εκεί: στον τρόπο με τον οποίο μετατρέπω αυτό που βλέπω σε αυτό που αισθάνομαι.

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Japonerie

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Japonerie

Ποιο πιστεύεις ότι είναι το κίνητρο της καλλιτεχνικής σου δημιουργίας;
Το κίνητρο της δημιουργίας μου είναι πρωτίστως μια εσωτερική ανάγκη. Η ανάγκη να δώσω μορφή σε κάτι που με απασχολεί, με συγκινεί και που συχνά δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια. Η αφετηρία μπορεί να είναι ελάχιστη: ένα βλέμμα, μια χειρονομία, ένα φως, ένα αντικείμενο, μια φράση που διάβασα, ακόμη και ένα συναίσθημα χωρίς σαφή αιτία. Από εκεί αρχίζει μια διαδικασία αναζήτησης, χωρίς να γνωρίζω πάντοτε από την αρχή πού θα με οδηγήσει.
Δεν δημιουργώ για να δώσω απαντήσεις ούτε για να εξηγήσω τον κόσμο. Περισσότερο με ενδιαφέρει να θέτω ερωτήματα και να αφήνω χώρο στο άρρητο, σε εκείνο που ο καθένας μπορεί να αναγνωρίσει διαφορετικά μέσα σε μια εικόνα. Η δημιουργία, για μένα, είναι ένας τρόπος να μετασχηματίζω το βίωμα σε εικόνα και την εικόνα σε έναν τόπο όπου μπορεί να συναντηθεί και ο θεατής.

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Afterlight

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Afterlight

Υπάρχει ένα άρωμα νοσταλγίας, ονείρου και αναμνήσεων σε πολλές φωτογραφίες σου. Μνήμες που αναδύονται. Καλές, κακές, ή επιλεκτικές κάθε φορά; Ποια η σχέση σου με το παρελθόν;
Έχω βαθιά σχέση με το παρελθόν, χωρίς όμως να επιθυμώ την επιστροφή σε έναν εξιδανικευμένο χρόνο. Γι’ αυτό και δεν είμαι βέβαιη ότι η λέξη «νοσταλγία» περιγράφει ακριβώς αυτό που αισθάνομαι. Με ενδιαφέρει περισσότερο ο τρόπος όπου το παρελθόν εξακολουθεί να υπάρχει μέσα μας. Η μνήμη δεν είναι για μένα ένα πιστό αρχείο. Είναι επιλεκτική, εύθραυστη, κάποτε ανακριβής. Κρατά ορισμένα πράγματα, αποσιωπά άλλα και, με το πέρασμα του χρόνου, τα ανασυνθέτει. Ίσως γι’ αυτό στις φωτογραφίες μου η ανάμνηση συναντά συχνά το όνειρο. Δεν αναζητώ τόσο αυτό που συνέβη, όσο την αίσθηση που άφησε. Και οι μνήμες σπάνια είναι μόνο καλές ή κακές. Η  τρυφερότητα μπορεί να συνυπάρχει με τη θλίψη, το οικείο με κάτι ανεξήγητα ξένο. Αυτή η αμφισημία με ενδιαφέρει πολύ. Δεν θέλω να επιστρέψω στο παρελθόν. Με ενδιαφέρει να παρατηρώ τον τρόπο που εξακολουθεί να μεταβάλλει το παρόν.

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Portraits

Πόσο οι τόποι που αποτελούν τις ρίζες της οικογένειάς σου — η Κωνσταντινούπολη της μητέρας σου, η αγάπη του παππού σου για την αρχαία Ελλάδα — σε ενέπνευσαν; Υπάρχουν άλλες χώρες, πόλεις ή τοπία που να συνέβαλαν στη διαμόρφωση της κουλτούρας και της αισθητικής σου;
Οι οικογενειακές ρίζες υπήρξαν για μένα κάτι περισσότερο από μια γεωγραφική καταγωγή. Η Κωνσταντινούπολη της μητέρας μου έφτασε σε μένα μέσα από αφηγήσεις, πρόσωπα, αντικείμενα, αλλά και μέσα από σιωπές. Με έκανε από νωρίς να αισθανθώ ότι μια οικογένεια κληρονομεί όχι μόνο όσα θυμάται, αλλά και όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ. Με απασχολεί πολύ η έννοια του διαγενεακού τραύματος: ο τρόπος με τον οποίο απώλειες, ξεριζωμοί, φόβοι και σιωπές μπορούν να αφήνουν ένα αδιόρατο αποτύπωμα στις επόμενες γενιές. Δεν το αντιλαμβάνομαι ως μια έτοιμη εξήγηση για το παρόν, αλλά ως μια υπόγεια συνέχεια που κάποιες φορές γίνεται αισθητή χωρίς να μπορεί εύκολα να ονομαστεί.
Ο παππούς μου φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, στην Κωνσταντινούπολη, η οποία υπήρξε για εκείνον ένας σημαντικός πυρήνας ελληνισμού και πολιτιστικής κληρονομιάς. Η σχέση του με την αρχαία Ελλάδα, αλλά και η παιδεία που έλαβε εκεί, με έφεραν πιο κοντά στην ιστορία, στον μύθο και στην ιδέα ότι το παρελθόν δεν είναι κάτι αμετάβλητο αλλά κάτι που επανερμηνεύεται συνεχώς. Η οικογένειά μου επέστρεψε στην Ελλάδα επειδή οι συνθήκες στην Κωνσταντινούπολη είχαν γίνει δύσκολες και αβέβαιες, αναζητώντας έναν ασφαλέστερο τόπο για να συνεχίσει τη ζωή της και να διατηρήσει τη γλώσσα, την ταυτότητα και την πολιτιστική της συνέχεια. Από την πλευρά του πατέρα μου υπάρχει η Κύπρος και η Μάλτα, τόποι που ανήκουν στη γενεαλογία μου χωρίς να ανήκουν στις προσωπικές μου αναμνήσεις. Έχασα τον πατέρα μου όταν ήμουν πολύ μικρή και δεν έζησα ποτέ εκεί, έτσι οι τόποι αυτοί υπάρχουν μέσα μου περισσότερο ως μια κληρονομημένη ρίζα παρά ως βιωμένη εμπειρία. Υπήρξαν όμως και τόποι που επέλεξα εγώ και με διαμόρφωσαν βαθιά. Το Παρίσι, όπου έζησα στα νεανικά μου χρόνια, υπήρξε καθοριστικό για την αισθητική και την κουλτούρα μου: τα μουσεία, η ζωγραφική, η λογοτεχνία, η μουσική, η αρχιτεκτονική, οι δρόμοι, η ατμόσφαιρα και η μελαγχολία αυτής της πόλης θα με ακολουθούν για πάντα. Αργότερα με γοήτευσε και η Ιαπωνία, όχι ως εξωτισμός, αλλά μέσα από την αισθητική της σιωπής, του κενού, της ατέλειας και του εφήμερου. Η έννοια του κενού που δεν είναι απουσία αλλά ενεργός χώρος, το wabi-sabi, η αποδοχή της φθοράς αλλά και η αίσθηση εκείνου που υπονοείται χωρίς να αποκαλύπτεται πλήρως, βρίσκονται πολύ κοντά στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι και τη φωτογραφία. Από αυτή τη σχέση γεννήθηκε και η φωτογραφική μου ενότητα Japonerie, που τη δουλεύω χρόνια, όχι ως αναπαράσταση μιας «ιαπωνικής» αισθητικής, αλλά ως προσπάθεια να πλησιάσω τη σιωπή, το κενό, την ακινησία και την αίσθηση του παροδικού μέσα στην εικόνα. Ίσως τελικά να έχω διαμορφωθεί ανάμεσα σε τόπους που κληρονόμησα και τόπους που επέλεξα.

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Traces of absence

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Traces of absence

«Αν ήξερα ότι θα τελείωναν έτσι τα πράγματα, θα της είχα φερθεί αλλιώς», λέει ο Σουκίσι στην ταινία Tokyo Monogatari του Yasujirō Ozu, μετά τον θάνατο της Τόμι. Εκφράζουν οι φωτογραφίες σου μια βαθύτερη ανάγκη σου να προσεγγίσεις το παρελθόν, ενδεχομένως με έναν άλλον τρόπο;
Με συγκινεί πολύ αυτή η φράση του Ozu, γιατί αγγίζει κάτι βαθιά ανθρώπινο: πολλές φορές κατανοούμε διαφορετικά μια σχέση, μια στιγμή ή έναν άνθρωπο όταν έχει ήδη μεσολαβήσει ο χρόνος. Ναι, πιστεύω ότι υπάρχει στις φωτογραφίες μου μια ανάγκη επιστροφής, όχι όμως με την ψευδαίσθηση ότι το παρελθόν μπορεί να διορθωθεί. Δεν μπορεί. Μπορεί όμως να αλλάζει ο τρόπος που το βλέπουμε, μέσα από τον χρόνο που χρειάστηκε για να το αποδεχτούμε. Γι’ αυτό με συγκινεί ιδιαίτερα και το ιαπωνικό kintsugi, όπου το σπάσιμο δεν κρύβεται, αλλά γίνεται ξανά αποδεκτό και το αντικείμενο αποκτά νέα ζωή μέσα από τη συγκόλληση των θραυσμάτων του με χρυσό. Η ίδια η ρωγμή, αντί να εξαφανιστεί, τονίζεται με ένα πολύτιμο υλικό και εντάσσεται στην ιστορία και την ομορφιά του.
Ο χρόνος δημιουργεί μια απόσταση που κάποτε μας επιτρέπει να δούμε όσα, όταν τα ζούσαμε, δεν μπορούσαμε ακόμη να αντιληφθούμε. Η φωτογραφία μού προσφέρει έναν τρόπο να επιστρέφω χωρίς να αναπαριστώ ή να εξωραΐζω αυτό που υπήρξε, αλλά να το πλησιάζω από το σημείο στο οποίο βρίσκομαι σήμερα. Δεν φωτογραφίζω για να ανακτήσω το παρελθόν. Ίσως φωτογραφίζω για να μπορώ να συνομιλώ διαφορετικά μαζί του.

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Traces of absence

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Traces of absence

Ποιοι είναι οι μεγάλοι φόβοι σου; Εκφράζονται μέσα στην τέχνη σου; Είναι αυτός ένας τρόπος να τους δαμάσεις και να τους διαχειριστείς;
Οι φόβοι μου δεν διαφέρουν, νομίζω, πολύ από τους φόβους των περισσότερων ανθρώπων: η απώλεια, η φθορά, η απουσία των ανθρώπων που αγαπάμε, το πέρασμα του χρόνου και η επίγνωση ότι τίποτε δεν είναι πραγματικά δεδομένο. Υπάρχουν στη δουλειά μου, αλλά σπάνια με άμεσο ή κυριολεκτικό τρόπο. Δεν θέλω να εικονογραφώ τον φόβο. Προτιμώ να τον αφήνω να υπονοείται: σε έναν άδειο χώρο, σε ένα αντικείμενο που κάποιος άφησε πίσω του, σε μια μορφή που απομακρύνεται, σε μια σκιά.
Δεν ξέρω αν η τέχνη μπορεί πράγματι να «δαμάσει» τους φόβους μας· ίσως η λέξη είναι πολύ αισιόδοξη. Μπορεί όμως να μας επιτρέψει να τους πλησιάσουμε και να τους κοιτάξουμε από μια διαφορετική απόσταση. Όταν κάτι ακαθόριστο αποκτά μορφή, παύει για λίγο να είναι εντελώς άγνωστο. Και ίσως αυτό είναι αρκετό. Δεν δημιουργώ για να απαλλαγώ από τον φόβο, αλλά για να μπορώ να συνυπάρχω με τα ερωτήματα που γεννά. Η τέχνη δεν καταργεί την ευθραυστότητα της ζωής· μπορεί όμως να μας βοηθήσει να τη δούμε με έναν άλλο τρόπο.

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Japonerie

Ποιοι είναι οι δάσκαλοί σου και οι μεγάλοι καλλιτέχνες που θαυμάζεις; Πώς σε καθοδήγησαν να διαμορφώσεις, μέσα από το έργο τους, τον δικό σου τρόπο σκέψης πάνω στη δουλειά και να δημιουργήσεις το δικό σου προσωπικό αποτύπωμα;
Είχα την τύχη από πολύ νωρίς να συναντήσω σημαντικούς δασκάλους. Στη Σχολή Βακαλό, η Ελένη Βακαλό, ο Γιώργος Βακαλό, ο Παναγιώτης Τέτσης και ο Παύλος Μοσχίδης συνέβαλαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση της εικαστικής μου παιδείας. Η Ελένη Βακαλό διεύρυνε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμουν την τέχνη και τη σχέση της με την ιστορία και τον πολιτισμό. Με τον Γιώργο Βακαλό, μέσα από τη σκηνογραφία, έμαθα να αντιλαμβάνομαι τον χώρο ως ενεργό μέρος της εικόνας. Ο Παναγιώτης Τέτσης και ο Παύλος Μοσχίδης, μέσα από το σχέδιο και το χρώμα, καλλιέργησαν την παρατήρησή μου πάνω στη μορφή, στις τονικές σχέσεις και στη σύνθεση.
Στη φωτογραφική μου πορεία υπήρξε καθοριστική η δεκαετής μαθητεία μου κοντά στον Βασίλη Γεροντάκο. Πίστεψε στη ματιά μου και, κυρίως, με ενθάρρυνε να την εμπιστευτώ. Δεν επέλεξα να αλλάζω συνεχώς δασκάλους, γιατί αντιλαμβάνομαι τη μαθητεία με έναν τρόπο που βρίσκεται κοντά στην ανατολική της έννοια. Ο ουσιαστικός δάσκαλος δεν διαμορφώνει τον μαθητή κατ’ εικόνα του. Τον βοηθά να αναγνωρίσει αυτό που ήδη υπάρχει μέσα του και, όταν έρθει η στιγμή, να ακολουθήσει μόνος τον δρόμο του. Ο Βασίλης Γεροντάκος υπήρξε για μένα ένας τέτοιος δάσκαλος.
Σημαντική υπήρξε επίσης η μαθητεία μου κοντά στον Τόλη Χατζηγνατίου, όπου η φωτογραφία συναντούσε τον κινηματογράφο. Η μελέτη σημαντικών σκηνοθετών, και ιδιαίτερα του Ingmar Bergman, που έγινε και ένα λεύκωμα σε διάλογο με δικές μας φωτογραφίες, ενίσχυσε τη σχέση μου με το κάδρο, το φως, τον χρόνο, την κινηματογραφική ατμόσφαιρα και τα αργά πλάνα που με ενδιαφέρουν πολύ.
Από τους φωτογράφους που αγαπώ ξεχωρίζω τη Julia Margaret Cameron για την εσωτερικότητα των πορτρέτων της, τον Josef Sudek για την ποιητική δύναμη του φωτός και των καθημερινών αντικειμένων, τον Duane Michals για τη σχέση του με το όνειρο, τον χρόνο και το μεταφυσικό στοιχείο, τη Sarah Moon για τη θεατρικότητά της και το χρώμα, και τη Francesca Woodman για την εύθραυστη σχέση ανάμεσα στο σώμα, τον χώρο, την παρουσία και την εξαφάνιση.
Δεν πιστεύω ότι το προσωπικό αποτύπωμα γεννιέται από τη μίμηση. Όσα παίρνουμε από τους δασκάλους και τους καλλιτέχνες που αγαπάμε αφομοιώνονται με τον χρόνο και κάποτε παύουμε ακόμη και να γνωρίζουμε από πού προέρχονται. Κάποια στιγμή μένει η δική μας ματιά και η ευθύνη να την ακολουθήσουμε.

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Japonerie

Η σχέση της φωτογραφίας με τις άλλες εικαστικές και παραστατικές τέχνες. Υπάρχουν ποιητές ή ζωγράφοι που νιώθεις ότι «συνομιλούν» με τα έργα σου;
Για μένα η φωτογραφία δεν υπήρξε ποτέ απομονωμένη από τις άλλες τέχνες. Η ζωγραφική, η ποίηση, η μουσική, το θέατρο και ο κινηματογράφος αποτελούν ένα κοινό πεδίο αναφορών και αισθήσεων από το οποίο συχνά γεννιούνται οι εικόνες μου. Στη ζωγραφική με γοητεύει ο Caravaggio για το φως που αναδύεται μέσα από το σκοτάδι και μετατρέπει τη μορφή σε δραματικό γεγονός. Με συγκινούν επίσης οι Προραφαηλίτες για τη μελαγχολική ομορφιά, τον συμβολισμό και την αίσθηση ενός κόσμου που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό. Η ποίηση βρίσκεται πολύ κοντά στον τρόπο που σκέφτομαι φωτογραφικά. Ο Baudelaire με συγκινεί για την ικανότητά του να ανακαλύπτει ομορφιά ακόμη και μέσα στη φθορά και στο σκοτεινό. Ο Tristan Corbière για την ιδιοτυπία, τη μοναξιά και την πικρή ειρωνεία του. Η Emily Dickinson για τη σιωπή και την εσωτερικότητα, για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να χωρέσει το απέραντο μέσα σε ελάχιστες λέξεις. Η Sylvia Plath για την ένταση με την οποία μετασχηματίζει το προσωπικό βίωμα σε ποιητική εικόνα.
Η μουσική έχει επίσης τη θέση της σε αυτή τη συνομιλία. Από τον Gustav Mahler, με τη βαθιά αίσθηση του χρόνου, της απώλειας και της υπαρξιακής αγωνίας, έως τον Léo Ferré, όπου η ποίηση αποκτά μέσα από τη μουσική και τη φωνή σχεδόν σωματική παρουσία. Μέσα από τον Ferré ανακάλυψα και άκουσα διαφορετικά την ποίηση του Baudelaire, του Verlaine, του Rimbaud και του Aragon.
Ο κινηματογράφος υπήρξε ίσως η βαθύτερη οπτική μου επιρροή. Αγαπώ τον βωβό κινηματογράφο και ιδιαίτερα τον F. W. Murnau για τη δύναμη της σιωπής, του φωτός  και της σκιάς. Τον Carl Theodor Dreyer για την αυστηρότητα και την πνευματικότητα της εικόνας του. Τον Andrei Tarkovsky για τον χρόνο, τη μνήμη και τη σχεδόν μεταφυσική διάσταση που μπορεί να αποκτήσει η καθημερινότητα. Και τον Guillermo del Toro για τον τρόπο με τον οποίο το σκοτεινό παραμύθι, το τραύμα και το φανταστικό μπορούν να συνυπάρξουν με βαθιά ανθρώπινη ευαισθησία.
Πέρα από τις καθαρά καλλιτεχνικές επιρροές, με έχει απασχολήσει και η σκέψη του Carl Gustav Jung, ιδιαίτερα η σχέση του με το όνειρο, το σύμβολο και τα βαθύτερα στρώματα της ψυχής. Με ενδιαφέρει η ιδέα ότι μια εικόνα μπορεί να περιέχει κάτι που δεν εξαντλείται στην προσωπική πρόθεση του δημιουργού της και ότι ορισμένα σύμβολα μπορούν να ενεργοποιούν μνήμες και συνειρμούς πέρα από το άμεσα αναγνωρίσιμο. Με γοητεύει επίσης ο διάλογος που άνοιξε ο Jung με την ανατολική σκέψη. Ίσως κι αυτό να συναντά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζω τη φωτογραφία: όχι μόνο ως εικόνα ενός εξωτερικού γεγονότος, αλλά ως χώρο όπου το ορατό μπορεί να συναντήσει το όνειρο, τη μνήμη και κάτι βαθύτερο που δεν ονομάζεται εύκολα.
Δεν προσπαθώ να μεταφέρω συνειδητά αυτές τις επιρροές στις φωτογραφίες μου. Με τα χρόνια έχουν γίνει περισσότερο ένα εσωτερικό ακασικό αρχείο από εικόνες, λέξεις, ήχους και αισθήσεις που με συνοδεύει. Οι τέχνες για μένα δεν έχουν στεγανά. Συνομιλούν μεταξύ τους και πολλές φορές η φωτογραφία γεννιέται ακριβώς μέσα σε αυτή τη συνομιλία.

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Japonerie

Φόρμα και περιεχόμενο, κίνηση και ακινησία, χρώμα και άσπρο-μαύρο. Πώς τα ορίζεις; Γιατί και πότε;
Δεν διαχωρίζω εύκολα τη φόρμα από το περιεχόμενο. Για μένα η φόρμα δεν έρχεται να «ντύσει» μια ιδέα, αλλά αποτελεί μέρος της. Το φως, η σύνθεση, το κάδρο, η υφή, ακόμη και το κενό μέσα στην εικόνα συμμετέχουν σε αυτό που θέλω να εκφράσω. Με ελκύει ιδιαίτερα η ακινησία, όχι όμως ως στατικότητα. Μια ακίνητη μορφή, ένα βλέμμα ή ένας άδειος χώρος μπορούν να κρύβουν μεγάλη εσωτερική ένταση. Η κίνηση με ενδιαφέρει όταν αφήνει κάτι πίσω της, όταν δημιουργεί την αίσθηση ότι μια μορφή εμφανίζεται, απομακρύνεται ή χάνεται μέσα στον χρόνο.
Με το χρώμα και το ασπρόμαυρο δεν ακολουθώ έναν σταθερό κανόνα. Το χρώμα το χρησιμοποιώ συχνά συγκρατημένα, σε χαμηλούς τόνους, όταν αισθάνομαι ότι προσθέτει ατμόσφαιρα και συναισθηματική θερμοκρασία. Το ασπρόμαυρο λειτουργεί διαφορετικά. Αφαιρεί πληροφορία και κάποιες φορές απογυμνώνει την εικόνα από οτιδήποτε περιττό. Προσπαθώ συνειδητά να αποφεύγω τα έτοιμα σχήματα και τα κλισέ, τόσο στην ίδια την εικόνα όσο και στον τρόπο με τον οποίο μιλώ για τη δουλειά μου. Με ενδιαφέρει περισσότερο αυτό που δεν αποκαλύπτεται αμέσως και προτιμώ να αφήνω χώρο ώστε μια εικόνα να μην εξαντλείται σε μία μόνο ερμηνεία. Δεν έχω λοιπόν μια συνταγή που εφαρμόζω σε κάθε έργο. Κάθε εικόνα ζητά τελικά τη δική της μορφή.

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Portraits

Ποια η σχέση του πραγματικού γεγονότος με το φωτογραφικό γεγονός που συλλαμβάνεις με την κάμερά σου;
Το πραγματικό γεγονός είναι για μένα η αφετηρία, όχι απαραίτητα και ο τελικός προορισμός. Από τη στιγμή που επιλέγω το κάδρο, το φως, την απόσταση και τη στιγμή της λήψης, η πραγματικότητα έχει ήδη αρχίσει να μετασχηματίζεται. Δεν πιστεύω ότι η φωτογραφία αποτελεί μια ουδέτερη μεταφορά του πραγματικού. Κάθε φωτογραφική πράξη εμπεριέχει μια επιλογή και επομένως μια ερμηνεία. Κάτι περιλαμβάνεται στο κάδρο και κάτι αποκλείεται, κάτι φωτίζεται και κάτι παραμένει στη σκιά. Σε ορισμένα έργα μου αυτή η διαδικασία συνεχίζεται και μετά τη λήψη. Χρησιμοποιώ επεξεργασία, φωτομοντάζ, επικαλύψεις και υφές που παραπέμπουν στην υλικότητα της παλαιότερης φωτογραφίας και του photographic emulsion. Δεν αποτελούν όμως ποτέ αυτοσκοπό ούτε με ενδιαφέρουν ως μέσο εντυπωσιασμού. Τα χρησιμοποιώ μόνο όταν αισθάνομαι ότι υπηρετούν την ίδια την εικόνα και αυτό που θέλω να εκφράσω μέσα από αυτήν. Έτσι, το φωτογραφικό γεγονός μπορεί να απομακρυνθεί από την κυριολεκτική καταγραφή χωρίς να χάνει τη σχέση του με το πραγματικό. Γίνεται μια δεύτερη πραγματικότητα που γεννιέται από τη συνάντηση αυτού που υπήρξε μπροστά στην κάμερα με τον τρόπο που εγώ το είδα και το βίωσα. Η φωτογραφία δεν αναπαράγει απλώς το πραγματικό. Μπορεί να το οδηγήσει σε μια άλλη εκδοχή του.

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Portraits

Είναι η τέχνη ψυχαγωγία, διασκέδαση, ή ένα μυστήριο καθαρά προσωπικό του καλλιτέχνη, που δεν χρειάζεται να ερμηνεύεται, παρά μόνο να απολαμβάνεται;
Δεν θα μπορούσα να περιορίσω την τέχνη ούτε στην ψυχαγωγία ούτε σε ένα απολύτως προσωπικό μυστήριο του δημιουργού. Μπορεί να μας προσφέρει απόλαυση, συγκίνηση, ακόμη και καταφύγιο, αλλά η δύναμή της, για μένα, βρίσκεται κυρίως στην ικανότητά της να μας μετακινεί από τη θέση στην οποία βρισκόμασταν πριν τη συναντήσουμε. Ένα έργο μπορεί να μας συνταράξει, να μας γοητεύσει, να μας κάνει να αμφιβάλλουμε ή να γεννήσει ένα ερώτημα που δεν είχαμε ποτέ διατυπώσει. Δεν θεωρώ όμως ότι ο καλλιτέχνης οφείλει να παραδώσει μαζί με το έργο του και το κλειδί της ερμηνείας του.
Από τη στιγμή που ένα έργο συναντά το βλέμμα του άλλου, παύει κατά κάποιον τρόπο να ανήκει αποκλειστικά στον δημιουργό του. Ο θεατής φέρνει τη δική του εμπειρία, την ευαισθησία και τον δικό του τρόπο να βλέπει. Έτσι δημιουργείται μια σχέση που ο ίδιος ο καλλιτέχνης δεν μπορεί και ίσως δεν πρέπει να ελέγξει. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η τέχνη χρειάζεται και ένα μέρος μυστηρίου. Δεν με ενδιαφέρει ένα έργο που εξηγεί τα πάντα. Με ενδιαφέρει περισσότερο εκείνο που, όταν πάψεις να το κοιτάζεις, εξακολουθεί με κάποιον τρόπο να σε ακολουθεί.

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Portraits

Γίνεται να απολαμβάνεις ένα έργο χωρίς να το κατανοείς;
Βεβαίως. Ίσως μάλιστα κάποιες από τις πιο δυνατές συναντήσεις μας με την τέχνη συμβαίνουν πριν ακόμη προσπαθήσουμε να την κατανοήσουμε. Ένα έργο μπορεί να μας συγκινήσει χωρίς να γνωρίζουμε το ιστορικό του πλαίσιο, τις αναφορές ή την πρόθεση του δημιουργού του. Υπάρχει μια πρώτη, άμεση σχέση με την εικόνα, τον ήχο ή τη μορφή που προηγείται της ερμηνείας. Η γνώση μπορεί αργότερα να εμπλουτίσει αυτή την εμπειρία, να μας αποκαλύψει επίπεδα που αρχικά δεν είχαμε αντιληφθεί και να ανοίξει νέους δρόμους ανάγνωσης. Δεν πιστεύω όμως ότι αποτελεί προϋπόθεση για τη συγκίνηση. Άλλωστε, αν ένα έργο μπορούσε να εξαντληθεί πλήρως μέσα από την εξήγησή του, ίσως να έχανε κάτι από τη δύναμή του. Ένα σημαντικό έργο κρατά πάντοτε κάτι που μας διαφεύγει. Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται ένα μέρος της γοητείας του.

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Portraits

Σκέψη, αφήγημα, συναίσθημα. Συνδέονται ή λειτουργούν και χωριστά;
Στη δική μου δουλειά συνδέονται, αλλά δεν εμφανίζονται πάντα με την ίδια σειρά ούτε έχουν την ίδια βαρύτητα. Άλλοτε προηγείται μια σκέψη, άλλοτε ένα συναίσθημα που ακόμη δεν μπορώ να ονομάσω και κάποιες φορές η ίδια η εικόνα είναι εκείνη που γεννά το αφήγημα. Δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η γραμμική αφήγηση. Με ενδιαφέρει περισσότερο η έννοια του θραύσματος. Μια φωτογραφία μπορεί να είναι ένα θραύσμα μιας ιστορίας, ενός χρόνου, μιας εμπειρίας. Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε τι ακριβώς προηγήθηκε ούτε τι θα ακολουθήσει. Αυτό το κενό είναι για μένα δημιουργικό, γιατί επιτρέπει στον θεατή να εισέλθει στην εικόνα με τη δική του εμπειρία και φαντασία. Η σκέψη είναι απαραίτητη, αλλά δεν θέλω να ελέγχει τα πάντα. Και το συναίσθημα είναι εξίσου σημαντικό, αρκεί να μη μετατρέπεται σε εύκολο συναισθηματισμό. Αναζητώ περισσότερο την ένταση που δημιουργείται όταν το ένα συναντά το άλλο.

Κρυσταλλία Ιωαννίδου – Σειρά: Portraits

Πώς εκλαμβάνεις την κρίση στην τέχνη σήμερα;
Δεν είμαι βέβαιη ότι θα μπορούσα να μιλήσω για «κρίση» στην τέχνη με απόλυτους όρους. Κάθε εποχή είχε τις ανατροπές, τις αμφισβητήσεις και τις αντιφάσεις της. Και πολλές φορές αυτό που αρχικά θεωρήθηκε παρακμή ή ρήξη αποδείχθηκε αργότερα η αρχή μιας νέας καλλιτεχνικής γλώσσας. Αυτό που σίγουρα έχει αλλάξει σήμερα είναι η ταχύτητα. Ζούμε μέσα σε μια πρωτοφανή υπερπαραγωγή και κατανάλωση εικόνων. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η ψηφιακή τεχνολογία και πλέον η τεχνητή νοημοσύνη μεταβάλλουν όχι μόνο τα εργαλεία της δημιουργίας, αλλά και τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε. Δεν με φοβίζει το καινούργιο. Κάθε νέο μέσο μπορεί να ανοίξει δυνατότητες, αρκεί να μη συγχέουμε τη δυνατότητα του εργαλείου με τη δημιουργική πράξη. Κανένα εργαλείο, όσο εντυπωσιακό κι αν είναι, δεν μπορεί από μόνο του να υποκαταστήσει την παιδεία, την παρατήρηση, την καλλιέργεια και κυρίως το προσωπικό βλέμμα.
Αν κάτι με προβληματίζει, είναι η ευκολία με την οποία μέσα στην ταχύτητα μπορεί να χαθεί ο χρόνος που χρειάζεται ένα έργο για να ωριμάσει. Ο χρόνος της αμφιβολίας, της αναζήτησης, ακόμη και της αποτυχίας. Δεν γνωρίζω προς τα πού θα οδηγήσουν όλες αυτές οι αλλαγές και ίσως είναι πολύ νωρίς για να το γνωρίζει κανείς. Προτιμώ να τις παρακολουθώ με ενδιαφέρον και κριτική σκέψη, παραμένοντας ανοιχτή σε ό,τι καινούργιο μπορεί να γεννηθεί. Ίσως το σημαντικότερο για έναν δημιουργό, σε οποιαδήποτε εποχή, είναι να συνεχίζει να μαθαίνει, να αμφιβάλλει και να αναζητά τη δική του φωνή.


Info:
Η Κρυσταλλία Ιωαννίδου γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι φωτογράφος και εικαστικός. Σπούδασε στη Σχολή Βακαλό σκηνογραφία, ενδυματολογία και ζωγραφική, με δασκάλους, μεταξύ άλλων, τον Γιώργο Βακαλό και τον Παναγιώτη Τέτση. Στη συνέχεια έζησε και σπούδασε στο Παρίσι, στο Πανεπιστήμιο Paris VIII – Vincennes, όπου παρακολούθησε Κοινωνιολογία και Ιστορία της Τέχνης, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μελέτη των οπτικών μέσων, της εικόνας και του ρόλου τους στην κοινωνία και τον πολιτισμό. Παράλληλα, ολοκλήρωσε διετείς σπουδές ως Makeup Artist, με ειδίκευση στα Special Effects για το θέατρο και τον κινηματογράφο, με τον Alain Moizet. Εργάστηκε για σειρά ετών στον χώρο των εντύπων και των περιοδικών ως graphic designer και art director, μεταξύ άλλων στα Vogue Hellas, Maska di Moda, στον όμιλο Burda Moden, καθώς και στα MAD και Playboy. Από το 2015 ασχολείται συστηματικά με τη φωτογραφία. Για δέκα χρόνια μαθήτευσε κοντά στον φωτογράφο Βασίλη Γεροντάκο, ενώ παρακολούθησε επίσης μαθήματα φωτογραφίας και κινηματογράφου με τον Τόλη Χατζηγνατίου. Έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από 40 ομαδικές εκθέσεις και φωτογραφικά φεστιβάλ και έχει διακριθεί σε διεθνείς φωτογραφικούς διαγωνισμούς. Έργα της έχουν παρουσιαστεί και δημοσιευθεί σε φωτογραφικά λευκώματα, περιοδικά, συλλογικές και επετειακές εκδόσεις. Είναι μέλος της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας.