Ο άνεμος του Νοεμβρίου (ΙV)

Ο άνεμος του Νοεμβρίου (ΙV)

photo: Jean Guichard, “La Jument”

“Μα αν φυλάγει ο κακότυχος απάνω σε καμμιά ξέρα, κλεισμένος μέσα σε κείνον τον μουχλιασμένον πύργο, που είναι όλα σκουριασμένα και μαδημένα από την άρμη, μέσα σε έναν τάφο πιο φρικτόν από τον τάφο, που δε βαστά μηδέ αγριάγκαθο μέσα στη γλάστρα, αυτός ο άνθρωπος, πού να πάγει να περπατήξει; Δος του λοιπόν πήγαινε κ’ έλα μέσα στη στενή φυλακή του, σουλάτσο ακατάπαυστο, ανέβασμα από το κάτω πάτωμα, και κατέβασμα από τ’ απάνω, κομπολόγι και τσιγάρα ένα κοφίνι κάθε μερόνυχτο.

Καλά κ’ έχει τον νου του να ανάβει τη λουσέρνα κάθε βράδυ, κυττάζοντας χίλιες φορές το ρωλόγι, μήπως κάνει λάθος. Κι αρχίζει να γυρίζει κείνη η λάμπα, και να ρίχνει το φως της πέρα μακρυά, μέσα στο μαύρο χάος. Το φως τον ζαλίζει, μα ξαγρυπνά μην τύχει και πάθει τίποτα η μηχανή και σβήσει το φως που δείχνει τον δρόμο στα καράβια.

Η ψυχή του γίνεται με τον καιρό σαν πέτρα, σαν τον βράχο που σηκώνει τον φάρο. Στο τέλος γίνεται αδιάφορος για όλα. Δεν λογαριάζει μήτε αρρώστια, μήτε θάνατο… “.

(Φώτης Κόντογλου, “Θάλασσες, καϊκια και καραβοκύρηδες”)