Καιρός να γίνεις τ’ άλλο μου φθινόπωρο (ΙΙΙ)
photo: Αντιγόνη Κουράκου
Μια Κυριακή στην Κοκκινιά
στην παιδική μου γειτονιά
είδα μια γριά χοντρομπαλού
που ο νους της έτρεχε αλλούΤην κοίταξα με κοίταξε
σαν κουκουβάγια σε μπαξέ
και μου ‘πε με φωνή θολή
που μάνα θύμιζε τρελήΣε χώμα φύτρωσα ζεστό
αιώνες πριν απ’ το Χριστό
Ζούσα καλά κι ευχάριστα
κι έπαιρνα μόνο άρισταΜα σαν προχώρησε ο καιρός
έγινε ο κόσμος μοχθηρός
και με βατέψανε που λες
αράδα βάρβαρες φυλέςΣελτζούκοι Σλάβοι Ενετοί
λες κι ήταν όλοι τους βαλτοί
Τότε κατάλαβα
γιατί καμένο ήμουνα χαρτί
δίχως χαρά δίχως γιορτήΣιγά σιγά και ταπεινά
μ’ αγώνες και με βάσανα
καινούργια έβγαλα φτερά
μα ήρθαν τα χειρότεραΕίδα τα ίδια μου παιδιά
να δίνουν σ’ άλλους τα κλειδιά
και με χιλιάδες ψέματα
με προδοσίες κι αίματα
να μου σπαράζουν την καρδιάΓι’ αυτό μια νύχτα σκοτεινή
θ’ ανέβω στην Καισαριανή
με κουρασμένα βήματα
να κλάψω για τα θύματα
στ’ αραχνιασμένα μνήματαΚι εκεί ψηλά στον Υμηττό
αντίκρυ στον Λυκαβηττό
μικρό κεράκι θα κρατώ
να φέγγει χρόνους εκατό.(Νίκος Γκάτσος, ” Η Χοντρομπαλού “)








