Όταν μιαν Άνοιξη χαμογελάσει (Ι)

Όταν μιαν Άνοιξη χαμογελάσει (Ι)

photo: Πέτρος Χριστοδούλου

Τι θλιβερό πράμα ο Σταθμός,
που μόλις να ‘χει φύγει το τραίνο.
Ούτε στιγμή, μόλις που εδώ στις ράγιες του βαριά σταματημένο
και πηγαινοέρχονταν γοργά,
ανίδεα γελώντας ταξιδιώτες.
Κι όσοι που μείνανε κι’ αυτοί
δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες.
Η άδεια θέση κ’ η σιωπή
μες στο Σταθμό που του ‘φυγε το τραίνο.
Κι αυτοί που μείνανε σκορπούν κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο
όσων τη μοίρα ακολουθούν.
Κάθε φορά τους φεύγει κι’ από κάτι
και κείνοι μένουν στο Σταθμό λυγίζοντας το θολωμένο μάτι.
Στρέφουν στα ίδια θαρρετοί δήθεν κ’ η πλάτη τους κυρτώνει πίσω.
– Καταραμένε χωρισμέ
όμως και σένα απόψε θ’ αγαπήσω.
Γιατί το “χαίρε” ήταν γλυκό καθώς το χέρι σειόταν στον αέρα
απ’ το μαντήλι πιο λευκό
κι’ απ’ τον ανθό, σα φως που έφευγε πέρα,
που δεν το είχα ιδεί ποτέ
τόσο γαλήνια ωραίο τ’ όραμά σου ,
Καταραμένε χωρισμέ.
Μου τρέμουνε τα χείλη στ’ όνομά σου.
Gare du Nord, Παρίσι 1927

(Μαρία Πολυδούρη, “Ένα βράδι στο Σταθμό”)