Φωτογραφία και Τζαζ
Φωτογραφία και Τζαζ
Μια συνομιλία φακού και μουσικής
Ακούγοντας με τα μάτια
Γράφει ο Γιάννης Κίντζιος*
“Η τζαζ είναι η μόνη αδιαφιλονίκητη έκφραση απόλυτης ελευθερία”, είπε ο Duke Ellington, εξηγώντας στη συνέχεια πως αυτή η μουσική αντιπροσωπεύει την πιο ολοκληρωμένη καλλιτεχνική, δίχως δεσμά, έκφραση που γέννησε η χώρα του (ΗΠΑ). Ο φωτογράφος William Claxton λέει αντίστοιχα ότι “η τέχνη της φωτογραφίας είναι κάτι σαν την τζαζ για τα μάτια” και προσθέτει “το μόνο που σας ζητώ είναι να ακούτε με τα μάτια σας”.
Στον πυρήνα της τζαζ λοιπόν βρίσκουμε την ελευθερία, τόσο ως έννοια όσο και ως τεχνική, η οποία συναντάται με τον ίδιο τρόπο και στη φωτογραφία. Αν η τζαζ λοιπόν διακατέχεται από μια ανεμπόδιστη έκφραση ελευθερίας, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι η φωτογραφία αποτελεί ένα οπτικό της ανάλογο.

Roy DeCarava
Η ελευθερία εκφράζεται και στις δύο τέχνες μέσω του αυτοσχεδιασμού. Όταν συνυπάρχουν οι μουσικοί με τον φωτογράφο, αναπτύσσεται μια σύνθεση εικόνων και ήχων που συνειδητά πολλές φορές υπερβαίνει τα όρια, αναδεικνύοντας μια γοητευτική ατέλεια ή ένα δημιουργικό “λάθος”. Ο αυτοσχεδιασμός λοιπόν λειτουργεί εδώ ως εξομολόγηση, ως μια πράξη ειλικρίνειας που πηγάζει από την εμπιστοσύνη στο ένστικτο.
Η τζαζ μουσική ξυπνάει, ενεργοποιεί ή βγάζει στην επιφάνεια εικόνες από το ασυνείδητο του φωτογράφου που, μέσα από τον φακό, βρίσκουν σχήμα και υπόσταση είτε σε ψηφιακή είτε σε αναλογική μορφή.
Η φωτογραφία, ιδιαίτερα η ασπρόμαυρη κατά τον cinematographer Adebonojo, και η τζαζ μοιάζουν ως προς τις ιδιότητες τους. Λειτουργούν αφαιρετικά ή προσθετικά ως προς την πραγματικότητα, βοηθώντας στην αφύπνιση της επαυξημένης αντίληψης του θεατή ή του ακροατή.
Ο δημιουργός, φωτογράφος ή μουσικός, εκφράζει τον εσωτερικό του κόσμο αντανακλώντας το ύφος και τον ψυχισμό του μέσα από ήχους ή εικόνες. Και ο αποδέκτης, θεατής αλλά και ακροατής, δεν χρειάζεται να έχει ιδιαίτερες γνώσεις ή ικανότητες για να τις απολαύσει, γιατί η μουσική και η φωτογραφία θεωρούνται διεθνείς “γλώσσες” με συμβολισμούς και μηνύματα που βρίσκουν παντού απήχηση και ενδιαφέρον.
Η φωτογραφία, όπως μπορεί κάποιος να διαπιστώσει από τα παραπάνω, διαμορφώνει την οπτική γλώσσα της μουσικής και την αναδεικνύει ως ποίηση.
Ο Φωτογράφος ως Μάρτυρας της Τζαζ
Μια φωτογραφία από ένα κονσέρτο της τζαζ φανερώνει πολύ περισσότερα στοιχεία από τον χώρο, τα πρόσωπα και το περιβάλλον. Ο φωτογράφος απαθανατίζει μια στιγμή αποτυπώνοντας τον ρυθμό, την ατμόσφαιρα, την εσωτερικότητα των μουσικών και το συναίσθημα της στιγμής. Ο αυτοσχεδιασμός διαπερνά και αγγίζει τους θεατές μέσα από τα βλέμματα, την δημιουργική χρήση της κίνησης, την ταχύτητα, τα φώτα και τις σκιές.

William Claxton – Donald Byrd
Ο φωτογράφος βυθίζεται στη στιγμή και φωτογραφίζει σαν μουσικός της ορχήστρας. Είναι μέλος αυτής της “Διονυσιακής” τελετής. Δεν αναδεικνύει απλά την στιγμή, απεναντίας την εξυψώνει και της παραδίδεται ολοκληρωτικά.
Ο φωτογράφος καταγράφει σκηνές, πρόβες και κονσέρτα, αλλά φιλοτεχνεί και εξώφυλλα δίσκων. Ο δημιουργός, πριν επιχειρήσει να φωτογραφίσει, παρατηρεί, κατανοεί και βιώνει την ατμόσφαιρα βυθισμένος στους ήχους της μουσικής. Στην συνέχεια, μέσω του φακού του, λειτουργεί ως χρονικογράφος. Καταγράφει την εξέλιξη της μουσικής, χαρτογραφεί τη διαδρομή της και προσδίδει πρόσωπο στους δημιουργούς της. Μέσω των πορτραίτων τους, μας δείχνει όχι μόνο τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά, αλλά αποκαλύπτει επίσης και τις βαθύτερες πτυχές του χαρακτήρα και του ύφους τους.
Στην πρώτη μας επαφή με ένα άλμπουμ, το βλέμμα στρέφεται αυθόρμητα στο εξώφυλλο. Εκεί διαμορφώνεται η πρώτη εντύπωση για τον μουσικό. Μια εικόνα αρκεί για να γεννήσει επιθυμία, οικειότητα ή απόσταση, μέσα από μια έκφραση, ένα βλέμμα του προσώπου ή μια λεπτομέρεια που δεν περνά απαρατήρητη.

Chuck Stewart – John Alice Coltrane
Σε αυτό το σημείο – αναφερόμενος σε γνωστούς φωτογράφους της παγκόσμιας τζαζ σκηνής – θα ήταν αδύνατο να μην αναφερθώ στον Chuck Stewart, γνωστό για τα εμβληματικά του πορτραίτα και τα εξώφυλλα δίσκων της τζαζ στη μεταπολεμική Αμερική. Φωτογράφισε κορυφαίες προσωπικότητες της τζαζ, όπως τους John Coltrane, Miles Davis, Thelonious Monk, Eric Dolphy, και Dizzy Gillespie, προσεγγίζοντάς τους όχι ως σταρ, αλλά ως καλλιτέχνες με εσωτερικό βάθος και έντονη προσωπικότητα. Δεν τον ενδιέφερε το εντυπωσιακό στιγμιότυπο, αλλά η στιγμή της συγκέντρωσης, της σιωπής και της δημιουργικής εσωστρέφειας.

Roy DeCarava – Dizzy Gillespie and Roy Eldridge
Ένας από τους πιο γνωστούς φωτογράφους που απαθανάτισαν με μαεστρία τα πρόσωπα και την ενέργεια της τζαζ ήταν ο Roy DeCarava, που σε αντίθεση με άλλους, που κυνηγούσαν τα φώτα, την λάμψη και την ένταση της σκηνής, τον ενδιέφερε η εκφραστικότητα αλλά και η μοναξιά του καλλιτέχνη την ώρα του αυτοσχεδιασμού. Ο φωτογράφος, γεννημένος στο Χάρλεμ, δεν απαθανάτιζε μόνο την καθημερινότητα με την ελευθερία του “παρατηρητή περιπατητή” που τον χαρακτήριζε, αλλά αποτύπωνε προσωπικά οράματα των θρύλων της τζαζ, εστιάζοντας στην εσωτερικότητα, την σιωπή και συγκέντρωση.
Στο εμβληματικό του φωτογραφικό λεύκωμα «The Sound I Saw» ο Roy DeCarava, αποτύπωσε την ζωντανή και τρυφερή καθημερινή ζωή της Νέας Υόρκης, εστιάζοντας ιδιαίτερα στη τζαζ σκηνή και την αφροαμερικανική κουλτούρα της δεκαετίας του 1950. Φωτογράφισε θρύλους της τζαζ, όπως τους John Coltrane, Miles Davis, Louis Armstrong, Billie Holiday, και Duke Ellington, χωρίς να τους αντιμετωπίσει ποτέ ως διασημότητες, αλλά ως προσωπικότητες και σύμβολα της τέχνης.

Leonard Herman- Dexter Gordon
Ο Herman Leonard, δεν ήταν απλά ένας φωτογράφος, είναι ένας ιστορικός της τζαζ. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του καθόρισαν την οπτική κληρονομιά της χρυσής της εποχής, απαθανατίζοντας με την Rolleiflex του θρύλους της τζαζ σκηνής στις ιδιαίτερες δημιουργικές στιγμές τους, σε πρόβες αλλά και σε club γεμάτα καπνό, δημιουργώντας με την ατμόσφαιρα, τις αντανακλάσεις, τις σκιές και το φως τα δικά του μουσικά μέτρα.
Έχοντας φωτογραφίσει μουσικούς όπως τους Charlie Parker, Sonny Rollins, Dexter Gordon, και Miles Davis και δημιουργώντας πάνω από 200 εξώφυλλα άλμπουμ θεωρείται ο κορυφαίος φωτογράφος της τζαζ.

W. Eugene Smith – Jazzloft
O W. Eugene Smith ο γνωστός φωτογράφος για την ανάπτυξη ενός βαθιά ανθρωπιστικού φωτογραφικού έργου έντονων δραματικών και κοινωνικών στιγμών, σκληρά εργαζόμενος στο περιοδικό LIFE αλλά και αργότερα για το Magnum Photos, αναζήτησε νέους τρόπους ποιητικής έκφρασης και αφήγησης φωτογραφίζοντας την τζαζ. Ο βαθύτερος λόγος για την “στροφή” του αυτή προς την τέχνη ήταν η επιθυμία του να απελευθερωθεί από τους περιοριστικούς κανόνες και τα στενά όρια που του επέβαλλε η εργασία του ως φωτορεπόρτερ.
Μπήκε λοιπόν και ενσωματώθηκε αθόρυβα, ως ένας αόρατος παρατηρητής, σε έναν από τους πιο εκκεντρικούς και αξιοσημείωτους χώρους στην ιστορία της τζαζ σκηνής της Νέας Υόρκης, το θρυλικό τζαζ loft στην περιοχή Chelsea’s Flower District. Εκεί, στην 6η Λεωφόρο, μεταξύ 1957 και 1965, με πάνω από 40.000 φωτογραφίες και 4000 ώρες ηχογράφησης σε κασέτα, αποτύπωσε και κατέγραψε τον παλμό, το ύφος και την εκρηκτική δημιουργικότητα θρύλων της τζαζ, όπως του Thelonious Monk, του Zoot Sims, του Jimmy Giuffre και του Hall Overton, εν ώρα εργασίας αλλά και διασκέδασης.

Francis Wolff – John Coltrane and Lee Morgan
Ο Francis Wolff, φωτογράφος που συμμετείχε στη διεύθυνση της νεοσύστατης δισκογραφικής εταιρείας Blue Note Records, μας μεταφέρει κατευθείαν στο στούντιο την ώρα των διαλειμμάτων, των συζητήσεων και της ηχογράφησης, αποτυπώνοντας μια μοναδική εικόνα για αυτούς τους κορυφαίους μουσικούς και το αδάμαστο πνεύμα τους.
Με ενέργεια, δυναμισμό και φανερή οικειότητα με τον χώρο, παγώνει τις στιγμές – κάποιες φορές με την χρήση έντονου φλας – μετατρέποντας τα βλέμματα και τους εσωτερικούς μονολόγους σε ήχους που, αν και δεν τους ακούει ο θεατής, υπάρχουν παντού. Ο ιδρώτας, ο καπνός από ένα τσιγάρο που ανεβαίνει, τα μάτια που κλείνουν, τα χείλη που δαγκώνουν οι καλλιτέχνες καθώς νιώθουν τη μουσική. Οι εικόνες είναι αδιάσειστες και ζωντανές.
Πέρα από τους προαναφερθέντες φωτογράφους, πολλοί άλλοι αξιόλογοι δημιουργοί έχουν κατορθώσει να συλλάβουν με τον φακό τους το ανυπότακτο πνεύμα της τζαζ, τη μοναχικότητα και την ορμή ενός αυτοσχεδιασμού που φαίνεται να υπερβαίνει και να ξεγλιστρά από τα όρια του κάδρου μιας εικόνας.
Η φωτογραφία αλλά και η μουσική εξελίσσονται μαζί ως μια εσωτερική αναγκαιότητα.
Ενώ η τζαζ διεγείρει τις αισθήσεις και ενισχύει την οπτική φαντασία, η φωτογραφία προβάλλει εσωτερικούς ήχους, μουσικές και ψιθύρους σε εικόνα.
Έτσι ο θεατής, μετατρέπεται σε μάρτυρα μιας αυθόρμητης ιεροτελεστίας, όπου η όραση και η ακοή συγχωνεύονται. Καλείται να αφουγκραστεί το φως και να αντικρίσει τον ήχο, μέσα από έναν αδιάκοπο διάλογο ανάμεσα σε νότες και σκιές.
*Βιογραφικό
Ο Γιάννης Κίντζιος γεννήθηκε στην Αθήνα, μεγάλωσε στην Καλλιθέα και σπούδασε Μάρκετινγκ και Διαφήμιση. Ασχολείται επαγγελματικά με το αντικείμενο της Επικοινωνίας και εργάζεται σήμερα σε διαφημιστικές εταιρείες και νεοφυείς εταιρείες τεχνολογίας και μάρκετινγκ. Για αρκετά χρόνια επίσης, ως πρωτοπόρος στο αντικείμενο και τις πρακτικές του Performance Marketing, διετέλεσε ομιλητής σε συνέδρια και εισηγητής σεμιναρίων του κλάδου. Σήμερα, με την εμπειρία και τις γνώσεις του, προετοιμάζει νεότερα στελέχη για την ένταξή τους στον χώρο της διαδραστικής διαφήμισης, μεταδίδοντας γνώσεις και επιτυχημένες εφαρμοσμένες τακτικές. Ασχολείται, ακόμη, με τη μουσική και τη φωτογραφία, συμμετέχοντας σε εκθέσεις αλλά και τον αθλητισμό λαμβάνοντας μέρος σε αγώνες Μαραθωνίου.








