19 Αυγούστου – Παγκόσμια ημέρα φωτογραφίας | Χάρης Κακαρούχας: Η Ψυχανάλυση του πορτρέτου: Το προσωπείο και ο εαυτός
Γράφοντας αυτές τις γραμμές, έμαθα για την αναχώρηση του Στέλιου Ράμφου. Παρότι, με έναν τρόπο, τον είχα ήδη αποχαιρετήσει —αυτό το νιώθεις— πριν από λίγο καιρό, όταν του έδωσα το τελευταίο μου βιβλίο, το αίσθημα του πένθους ήρθε άμεσο και δυνατό. Έτσι, μου ήρθε αυθόρμητα να του αφιερώσω αυτό το μικρό κείμενο, στη γραφή του οποίου, με έναν τρόπο, έχει κι εκείνος συμβάλει. Ήταν εκείνος που με παρακινούσε να αφήσω τα της βιωτής και να αφοσιωθώ στη φωτογραφία. Ήταν αφότου είχε έρθει να δει την πρώτη ατομική μου έκθεση. «Κάνε αυτό που αγαπάς και μη φοβάσαι». Σε εκείνον, πρώτο απ’ όλους, πήγα να δείξω τις πρώτες φωτογραφίες μου από τη δουλειά στην Κούβα. «Τι κάνεις εδώ;» με ρώτησε. «Τη συμπάθεια κατά Πλωτίνο», του απάντησα. «Ωραία τα καταφέρνεις. Συνέχισε», μου είπε. Θυμάμαι ακόμη τη χαρά που είδα στα μάτια του όταν του έδωσα το βιβλίο Μετέωρος Χρόνος — είναι ανάμεσα στα πρόσωπα στα οποία το αφιερώνω. Την ίδια χαρά είδα και την τελευταία φορά που τον συνάντησα. Κι όταν γκρίνιαξα για την έκπτωση της εικόνας στις μέρες μας, άκουσα ξανά, σαν επωδό, τα ίδια λόγια: «Κάνε αυτό που αγαπάς και μη φοβάσαι τίποτε».
Του κυρίου Στέλιου, λοιπόν.
Με αγάπη και ευγνωμοσύνη.
Σημ.: Η εξερεύνηση της ανθρώπινης ταυτότητας αποτελεί έναν από τους κεντρικούς άξονες της ζωής μου και, αναπόφευκτα, του φωτογραφικού μου έργου. Όσα γράφω παρακάτω αποτελούν κυρίως προϊόν προσωπικής παρατήρησης και βιωματικής εμπειρίας. Για μια εκτενέστερη και περισσότερο ακαδημαϊκή προσέγγιση, μπορεί κανείς να ανατρέξει στη διδακτορική μου διατριβή με τίτλο “Prosopography”: Mapping the Self, University of Derby, U.K., 2008.
Απεικονίζοντας ή αναπαριστώντας τη μάσκα — το προσωπείο
Το κοινωνικό προσωπείο
Η κοινωνική ταυτότητα αποτελείται από τους ρόλους, τις ιδιότητες και τις ομάδες μέσα από τις οποίες ο άνθρωπος παρουσιάζεται και αναγνωρίζεται στην κοινωνία: επάγγελμα, οικογενειακή θέση, οικονομική και κοινωνική κατάσταση, εθνική ή πολιτισμική ταυτότητα, πολιτική, ιδεολογική ή θρησκευτική τοποθέτηση, ταυτότητα φύλου και σεξουαλικός προσανατολισμός, συμμετοχή σε κοινωνικές ομάδες.
Φυσικά, ένας άνθρωπος φέρει συνήθως πολλές κοινωνικές ταυτότητες ταυτόχρονα.
Σο συγκεκριμένο είδος πορτρέτου, η κοινωνική ταυτότητα μπορεί να δηλώνεται μέσα από τα ρούχα ή τη στολή, το περιβάλλον, τη στάση του σώματος και τα αντικείμενα που περιβάλλουν το εικονιζόμενο πρόσωπο. Το κοινωνικό πορτρέτο γίνεται έτσι η απεικόνιση του προσώπου που δείχνουμε στους άλλους προκειμένου να λειτουργήσουμε μέσα στην κοινωνία, να προστατευτούμε ή να γίνουμε αποδεκτοί.
Ένα κλασικό παράδειγμα αυτού του είδους φωτογραφίας αποτελεί η εργασία του August Sander, όπου ο άνθρωπος συχνά παρουσιάζεται μέσα από την κοινωνική και επαγγελματική του θέση. Στο έργο του, η ταυτότητα του προσώπου συνδέεται στενά με τη θέση του μέσα στην κοινωνική δομή.
Θα αναφέρω ακόμη την εργασία της Cindy Sherman, Untitled Film Stills, όπου η ίδια μεταμορφώνεται σε στερεοτυπικούς γυναικείους χαρακτήρες του κινηματογράφου, αποκαλύπτοντας έτσι τον βαθμό στον οποίο η κοινωνική ταυτότητα μπορεί να αποτελεί κατασκευή και αναπαράσταση ενός ρόλου.
Στην περίπτωση αυτή, κατά τη δική μου ανάγνωση, η εικόνα ακολουθεί κυρίως μια διανοητική προσέγγιση: αναπαριστά και ταυτόχρονα σχολιάζει κριτικά τον μηχανισμό κατασκευής του κοινωνικού ρόλου.
Νομίζω ότι οφείλουμε επίσης να αναφερθούμε στο πλέον διαδεδομένο είδος κοινωνικού προσωπείου στη σύγχρονη ιστορία της εικόνας: τη selfie. Εκατομμύρια εικόνες ενός επιθυμητού ή φαντασιακού εαυτού κατακλύζουν καθημερινά τα κοινωνικά δίκτυα, μέσα σε μια διαρκή προσπάθεια να κατασκευάσουμε την εικόνα με την οποία θέλουμε να μας βλέπουν οι άλλοι — και, τελικά, να γίνουμε αποδεκτοί.

Το ψυχολογικό προσωπείο
Το ψυχολογικό προσωπείο είναι η εικόνα που διαμορφώνουμε και προβάλλουμε προς τους άλλους προκειμένου να προστατεύσουμε πλευρές του εαυτού μας που βιώνουμε ως ευάλωτες, ανεπιθύμητες ή επικίνδυνες.
Κάποιος εμφανίζεται διαρκώς δυνατός επειδή φοβάται να δείξει την ευαλωτότητά του. Κάποιος άλλος υιοθετεί το χιούμορ και την ελαφρότητα για να κρύψει τη θλίψη ή την αμηχανία του. Μπορεί να παρουσιάζεται ψυχρός και απόμακρος για να προστατευτεί από την πιθανότητα της απόρριψης ή, αντίθετα, υπερβολικά ευγενικός και διαθέσιμος επειδή φοβάται τη σύγκρουση ή την εγκατάλειψη. Μπορεί ακόμη να παρουσιάζεται ως θύμα ώστε να αποφύγει την ευθύνη ή να εξασφαλίσει φροντίδα. Μπορεί, τέλος, να υιοθετεί ακόμη και την εικόνα του «πνευματικού ανθρώπου», προκειμένου να μη συναντήσει τον θυμό, τη ζήλια, τον φόβο ή τις προσωπικές του επιθυμίες.
Και αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα.
Το προσωπείο διαμορφώνεται σταδιακά και σε μεγάλο βαθμό ασυνείδητα. Ξεκινά ως μηχανισμός προστασίας και μπορεί με τον χρόνο να μετατραπεί σε μια σταθερή ταυτότητα. Ο άνθρωπος παύει τότε να γνωρίζει ότι φορά μια μάσκα. Πιστεύει ότι είναι η μάσκα.
Γνωστές φωτογραφικές εργασίες που επιχειρούν να αποκαλύψουν αυτή τη συνθήκη του ψυχολογικού προσωπείου είναι οι σειρές της Gillian Wearing Signs that Say What You Want Them to Say and Not Signs that Say What Someone Else Wants You to Say και Album.
Στην πρώτη περίπτωση, η Wearing σταματούσε αγνώστους στον δρόμο και τους ζητούσε να γράψουν σε ένα χαρτί κάτι που είχαν στο μυαλό τους. Στη γνωστή εικόνα I’m Desperate, ένας καλοντυμένος άνδρας, με φαινομενικά σταθερή και αξιοπρεπή κοινωνική παρουσία, κρατά μια πινακίδα που γράφει: «I’m desperate».
Η αντίθεση ανάμεσα στην εξωτερική εικόνα και την εσωτερική δήλωση δημιουργεί μια ρωγμή στο προσωπείο.
Στη σειρά Album, αντίστοιχα, η Wearing κατασκευάζει εξαιρετικά ρεαλιστικές μάσκες μελών της οικογένειάς της —της μητέρας, του πατέρα, της αδελφής και του αδελφού της— και φωτογραφίζεται φορώντας τες. Από τα ανοίγματα της μάσκας διακρίνονται τα δικά της μάτια. Η εικόνα υποδηλώνει έτσι ότι η ψυχολογική μας ταυτότητα δεν συγκροτείται μόνο από εμάς, αλλά και από τις οικογενειακές ταυτίσεις και τις σχέσεις μέσα από τις οποίες διαμορφωθήκαμε.

Και σε αυτές τις περιπτώσεις, ωστόσο, οι εικόνες —παρά την άρτια κατασκευή τους— δεν με αγγίζουν βαθύτερα. Στα δικά μου μάτια παραμένουν κυρίως διανοητικές κατασκευές: αναπαραστάσεις ενός προβλήματος από έναν δημιουργό που το έχει αναγνωρίσει και μπορεί να το περιγράψει, χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαστικά ότι έχει υπερβεί τη συνθήκη που περιγράφει.
Η Σκιά ως προσωπείο
Το ουσιαστικό βήμα για να κινηθεί κανείς πέρα από το κοινωνικό και το ψυχολογικό προσωπείο είναι να μπει στη διαδικασία να συναντήσει όλα όσα αυτές οι ταυτότητες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν: επιθετικότητα, φόβο, εξάρτηση, σεξουαλικές ορμές, ντροπή, ανάγκη, πόνο, απελπισία, αυτοκαταστροφικές τάσεις, δάνειες ή ψευδείς πεποιθήσεις.
Να συναντηθεί, δηλαδή, με όλο εκείνο το υλικό που έχει απωθηθεί ή παραμένει κρυμμένο στο ασυνείδητο και το οποίο, ακριβώς επειδή παραμένει αθέατο, μπορεί να κυβερνά τη ζωή του χωρίς ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται.
Δεν είναι εύκολο. Είναι όμως, κατά την άποψή μου, αναγκαίο.
Και εδώ βρίσκεται ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον παράδοξο: η ίδια η Σκιά μπορεί να μετατραπεί σε ένα νέο προσωπείο.
Αυτό συμβαίνει όταν ο άνθρωπος, αντί να συναντήσει και να ενσωματώσει τη Σκιά του, αρχίζει να ταυτίζεται μαζί της και να την παρουσιάζει ως τη μοναδική και αυθεντική αλήθεια του.
Μπορεί, για παράδειγμα, να απορρίψει την προηγούμενη εικόνα του «καλού» και προσαρμοσμένου ανθρώπου και να υιοθετήσει μια καινούργια εικόνα: του διαφορετικού, του σκοτεινού, του περιθωριακού, του ακραίου, του αυτοκαταστροφικού, του σεξουαλικά απελευθερωμένου, εκείνου που «δεν φοβάται τίποτα».
Τότε το σκοτάδι δεν είναι πλέον μόνο ασυνείδητο υλικό που αναδύεται για να γίνει ορατό και να μετασχηματιστεί. Γίνεται μια καινούργια ταυτότητα την οποία ο άνθρωπος εκθέτει, επαναλαμβάνει και υπερασπίζεται.
Το προσωπείο άλλαξε, αλλά η ταύτιση παρέμεινε.
Στην ιστορία της φωτογραφίας υπάρχουν αρκετοί δημιουργοί των οποίων το έργο κινείται επίμονα μέσα στον χώρο της Σκιάς. Θα αναφέρω ενδεικτικά τους Diane Arbus, Antoine d’Agata και Roger Ballen.

Στα έργα τους συναντάμε, με πολύ διαφορετικό βέβαια τρόπο στον καθένα, το περιθωριακό, το τραυματικό, το ανοίκειο, το σεξουαλικό, το βίαιο, το αποδιοργανωμένο ή το σκοτεινό.
Η δική μου αίσθηση είναι ότι, όταν ένας δημιουργός επιστρέφει επί δεκαετίες σχεδόν αποκλειστικά στον ίδιο ψυχικό τόπο, γεννιέται ένα κρίσιμο ερώτημα: βρίσκεται απέναντι στη Σκιά του ή εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα σε αυτήν;
Η έκφραση δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με τη μεταμόρφωση.
Μπορούμε να εκφράζουμε ξανά και ξανά έναν φόβο, ένα τραύμα, μια εμμονή ή μια επιθυμία χωρίς ποτέ πραγματικά να τα υπερβαίνουμε. Η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως αποκάλυψη, αλλά μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως επανάληψη ή εκτόνωση.
Είναι λίγο σαν το κλασικό παράδειγμα των καψουροτράγουδων: όσα και να τραγουδήσεις, ο νταλκάς μπορεί να παραμένει.
Για να φύγει χρειάζεται κάτι άλλο.
Κάτι πέρα από την έκφρασή του.
Από το προσωπείο στο πρόσωπο
Και στις τρεις παραπάνω περιπτώσεις χρησιμοποιώ τη λέξη «προσωπείο» ή «μάσκα», γιατί πολύ απλά κάτω από αυτό υπάρχει κάτι άλλο. Προσωπείο είναι κάτι που εμφανίζεται και υιοθετείται ως αληθινό, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί μια κατασκευή που γεννιέται μέσα από την άγνοια του εαυτού μας.
Αλλά αυτή η άγνοια φαίνεται να αποτελεί μια ουσιαστική ανθρώπινη συνθήκη. Δεν μπορούμε εύκολα να κάνουμε αλλιώς, γιατί —ενώ γεννιόμαστε χωρίς προσωπείο— το αποκτούμε μεγαλώνοντας μέσα σε ένα οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον όπου κυριαρχούν τα προσωπεία. Η ίδια η δομή της κοινωνίας μάς κατευθύνει διαρκώς προς το «κάνω», αφού η ταυτότητα-προσωπείο ορίζεται σε μεγάλο βαθμό από αυτό που κάνω, από τους ρόλους που αναλαμβάνω και από τον τρόπο με τον οποίο γίνομαι αντιληπτός από τους άλλους.
Το παράδοξο είναι ότι σε αυτή τη συνθήκη έχουν αναφερθεί πολλοί στην ιστορία της ανθρωπότητας, κι όμως εκείνη παραμένει ακέραιη. Ο Πλάτων, πριν από χιλιάδες χρόνια, μας μιλά γι’ αυτήν στην περίφημη αλληγορία του σπηλαίου. Οι άνθρωποι, αλυσοδεμένοι μέσα στο σπήλαιο, αντιλαμβάνονται ως πραγματικότητα τις σκιές που προβάλλονται στον τοίχο μπροστά τους. Δεν γνωρίζουν ότι αυτό που βλέπουν είναι μόνο η προβολή μιας άλλης πραγματικότητας.
Πώς λοιπόν ένας άνθρωπος εγκλωβισμένος σε αυτό που ήδη γνωρίζει, και έχοντας μάθει να προσεγγίζει τον κόσμο κυρίως μέσα από τη σκέψη, μπορεί να απελευθερωθεί; Πώς μπορεί, δηλαδή, να αντιληφθεί πραγματικά τον εαυτό του;
Η λογική συνεπαγωγή, το «λογικώς σκέπτεσθαι», είναι μέρος του ίδιου συστήματος αντίληψης και δεν αρκεί από μόνο του για να το υπερβεί. Η αλλαγή της αντίληψης —της συνειδητότητας— χρειάζεται βιωμένη εμπειρία. Για να αντιληφθούμε τις Ιδέες πρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να τις ενσωματώσουμε. Η Ιδέα δεν είναι απλώς μια ιδέα· είναι κατάσταση ύπαρξης. Μπορώ να συλλογίζομαι την αγάπη για αιώνες, αλλά μόνο όταν γίνω αγάπη μπορώ να έχω πραγματική αντίληψη του τι είναι.
Ένας τρόπος να προσεγγίσουμε αυτή την πραγματικότητα είναι να στρέψουμε την προσοχή προς τα μέσα. Τι αισθάνομαι; Τι σκέφτομαι; Τι αίσθηση έχει αυτή τη στιγμή το σώμα μου;
Και όσο προχωράμε σε αυτόν τον «δρόμο», αρχίζουμε να γινόμαστε περισσότερο ευαίσθητοι. Οι κόμποι που συγκρατούν τη μάσκα αρχίζουν σιγά σιγά να λύνονται.
Και όταν μπορέσουμε να συναντήσουμε —και όχι απλώς να εκτονώσουμε— τον φόβο, το μίσος ή την απελπισία, μπορεί να ανακαλύψουμε μια διάσταση όπου ο φόβος, το μίσος και η απελπισία απλώς δεν υπάρχουν. Αυτό που υπάρχει είναι μια κενότητα, η οποία μυστηριωδώς μετατρέπεται σε μήτρα ζωής. Μια κενότητα που μπορεί να αγκαλιάσει αγαπητικά ολόκληρη την Ύπαρξη.
Αυτή η διαδικασία εσωτερικού προσανατολισμού βρίσκεται μακριά από ιδεολογικά συστήματα και συστήματα πίστης. Είναι μια συνεχής, απολύτως προσωπική εξερεύνηση. Και δεν είναι εύκολη, γιατί είναι πρωτίστως μια διαδικασία αποδόμησης αυτού που μέχρι τώρα νομίζαμε ότι είμαστε.
Σε αυτόν τον δρόμο συχνά χρειαζόμαστε τη μύηση και την παρουσία κάποιου που έχει εμπειρία, κάποιου που έχει ήδη διανύσει τον δικού του δρόμο. Η διανοητική προσέγγιση —φιλοσοφικές, θρησκευτικές ή ψυχολογικές μελέτες— μπορεί να είναι πολύτιμη, αλλά μπορεί επίσης εύκολα να μετατραπεί σε ακόμη ένα καταφύγιο. Να μας οδηγήσει στη δημιουργία ενός νέου, πνευματικού αυτή τη φορά, προσωπείου.
Και ίσως γι’ αυτό ακόμη και αυτά που γράφω εδώ δεν έχουν από μόνα τους κανένα απολύτως νόημα. Τα γράφω μόνο με την ευχή να κινήσουν σε κάποιον την περιέργεια να στραφεί προς τη δική του εμπειρία.
Αυτόν τον ολόκληρο εαυτό ονομάζω πρόσωπο, σε συμφωνία με την φιλοσοφική πατερική παράδοση.
Φωτογραφίζοντας το πρόσωπο
Επειδή δεν γνωρίζω άλλον φωτογράφο με τη δική μου προσήλωση στο συγκεκριμένο ζήτημα, θα αναφερθώ στη δική μου περιπέτεια.
Στη φωτογραφική μου διαδρομή, από τις πρώτες φωτογραφίες, όπου οι άνθρωποι εμφανίζονταν ως μικρές φιγούρες μέσα στον χώρο, μέχρι τις τελευταίες, όπου το πρόσωπο καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρο το κάδρο, φαίνεται να υπάρχει μια εξελικτική διαδικασία. Όσο περνά ο καιρός, ο χρόνος των προσώπων που εκδηλώνεται μέσα από το βλέμμα τους μοιάζει να γίνεται βαθύτερος, ενώ συγχρόνως γίνεται ισχυρότερη και η δική μου σύνδεση με εκείνη τη διάσταση μέσα μου από την οποία συμβαίνουν οι φωτογραφίες.
Πρώτα απ’ όλα, νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον το γεγονός πως η ίδια η εικόνα, με έναν τρόπο, μου έδειξε τον άξονα της ζωής μου. Εκεί όπου πολύ νωρίς έμεινα εκστατικά έκθαμβος ήταν τα πορτρέτα του Φαγιούμ, το έργο του Θεοτοκόπουλου και οι ταινίες του Ταρκόφσκι. Αυτό που με συγκινούσε σε όλα αυτά ήταν ένα μυστηριακό, υπαρξιακό βάθος. Η αίσθηση μιας εισόδου σε έναν κόσμο όχι ακριβώς «του κόσμου ετούτου».
Και όλα ξεκίνησαν όταν προσπάθησα να κάνω κι εγώ τέτοιου είδους πορτρέτα.
Πώς θα μπορούσα να φέρω στην επιφάνεια αυτή καθαυτή την αλήθεια του ανθρώπου; Με άλλα λόγια, πώς θα μπορούσα να φωτογραφίσω αυτό που, λίγο πολύ, όλοι εννοούμε όταν λέμε «ψυχή»;
Γρήγορα κατάλαβα ότι η δυσκολία βρισκόταν αλλού. Δεν είχα ιδέα πού και πώς θα μπορούσα να βρω αυτό το βάθος του βλέμματος σε έναν άλλο άνθρωπο, αφού δεν το είχα ακόμη βρει μέσα μου. Δεν ήξερα τι είναι ψυχή, αν υπάρχει ή πού βρίσκεται. Το μόνο που γνώριζα και ζούσα ήταν η ζωή του προσωπείου.
Στην Κούβα έκανα πολλές εκατοντάδες πορτρέτα και ανάμεσά τους υπήρχαν μερικά που πλησίαζαν αυτό που αναζητούσα. Εκείνο το βλέμμα, όμως, ερχόταν όποτε ήθελε εκείνο. Δεν είχε να κάνει με το φύλο, με τον βαθμό γνωριμίας ή με τις κοινωνικές συνθήκες.
Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να με ενδιαφέρει πραγματικά ο άνθρωπος που είχα απέναντί μου, ώστε να μπορεί να συμβεί μια αυθόρμητη διαδικασία παιχνιδιού, εξερεύνησης, δεκτικότητας και ενσυναίσθησης.
Αυτή η δημιουργία ενός χώρου οικειότητας μερικές φορές συνέβαινε αμέσως, άλλες φορές χρειαζόταν χρόνο και άλλοτε δεν συνέβαινε ποτέ. Κάποιες φορές η διαδικασία ήταν τόσο δυνατή, ώστε με οδηγούσε σε μια άλλη, πρωτόγνωρη διάσταση μέσα μου· πολύ όμορφη και ταυτόχρονα κάπως φοβιστική, ακριβώς επειδή ήταν τόσο διαφορετική από τη συνηθισμένη αντίληψη της πραγματικότητας.
Τα επόμενα πέντε χρόνια άφησα τη φωτογραφική μηχανή στο ντουλάπι και αναζήτησα μια βαθύτερη κατανόηση της φωτογραφικής διαδικασίας. Αυτή η αναζήτηση με οδήγησε τελικά σε ένα διδακτορικό στη φωτογραφία με θέμα την προσωπογραφία, αλλά και σε σπουδές θεραπείας. Παράλληλα με την ακαδημαϊκή έρευνα, εκπαιδεύτηκα σε διαφορετικές προσεγγίσεις art therapy και ανθρωπιστικής ψυχοθεραπείας.
Όμως η ουσιαστικότερη αλλαγή δεν ήταν οι γνώσεις που απέκτησα. Ήταν ότι άρχισα να συνδέομαι διαφορετικά με τον εαυτό μου, και επομένως διαφορετικά με τη φωτογραφική δημιουργία.
Η πραγματική διαφορά είναι ότι σήμερα είμαι ένας άλλος άνθρωπος από εκείνον που φωτογράφιζε στην Κούβα. Ο όρος «θεραπευτής», όπως τον αντιλαμβάνομαι, δεν αναφέρεται απλώς σε κάποιον που γνωρίζει τεχνικές θεραπείας, αλλά σε κάποιον που μπορεί να σταθεί δεκτικά και αγαπητικά μπροστά σε ένα άλλο ανθρώπινο ον. Και, βέβαια, για να μπορέσει να το κάνει αυτό, πρέπει πρώτα να έχει μάθει να στέκεται με τον ίδιο τρόπο απέναντι στον εαυτό του.
Είναι αυτή η αγαπητική διάσταση που θεραπεύει. Και αυτό που κάποτε μου φαινόταν άγνωστο και φοβιστικό, σήμερα βιώνεται περισσότερο ως ευλογία.
Για να συμβεί αυτό, χρειάστηκε να περάσω μέσα από στάδια αποσύνθεσης του προσωπείου και να προσεγγίσω την εμπειρία του Εαυτού ως Παρουσία. Πρόκειται, βέβαια, για μια διαδικασία χωρίς τέλος, όπως χωρίς τέλος είναι και η προσπάθεια ενσωμάτωσης αυτής της νέας αντίληψης στην καθημερινή ζωή.
Όλη αυτή η διαδρομή είναι, νομίζω, εμφανής στα πορτρέτα μου — ή, καλύτερα, στις προσωπογραφίες μου, αφού αυτό που αναζητώ δεν είναι η εικόνα του προσωπείου αλλά η στιγμή κατά την οποία, μέσα από αυτό, μπορεί να εμφανιστεί το πρόσωπο.




Η φωτογραφία ως σημείο συνάντησης.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση στην προσωπογραφία: εκείνη του θεατή. Η φωτογραφία δεν μεταφέρει μια αντικειμενική αλήθεια για τον άνθρωπο που απεικονίζει, ούτε αυτό που εγώ αναγνώρισα τη στιγμή της φωτογράφισης μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο σε κάποιον άλλον. Κάθε θεατής συναντά το φωτογραφημένο πρόσωπο μέσα από τη δική του ιστορία, τις μνήμες, τους φόβους, τις επιθυμίες και, κυρίως, μέσα από τον βαθμό στον οποίο είναι διαθέσιμος να συναντήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Γι’ αυτό και η ίδια προσωπογραφία μπορεί να αφήσει κάποιον αδιάφορο και να συγκλονίσει κάποιον άλλον. Ίσως, τελικά, το βλέμμα που μας κοιτάζει μέσα από μια φωτογραφία να λειτουργεί σαν καθρέφτης: δεν μας αποκαλύπτει μόνο κάτι από τον φωτογραφημένο άνθρωπο, αλλά φέρνει στην επιφάνεια και κάτι που ήδη υπάρχει μέσα μας. Έτσι η προσωπογραφία παύει να είναι απλώς η εικόνα ενός άλλου και γίνεται ένας τόπος συνάντησης — ανάμεσα στο πρόσωπο που φωτογραφήθηκε, στον άνθρωπο που το φωτογράφισε και στον θεατή που, χρόνια ή ακόμη και αιώνες αργότερα, στέκεται απέναντί του.
Χάρης Κακαρούχας*
*Info:
Ο Χάρης Κακαρούχας(www.hariskakarouhas.com) σπούδασε Χαρτογραφία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Οπτική εντύπωση και θεωρία χρώματος στο University of Glasgow (M.Sc) και Φωτογραφία στο University of Derby (Ph.D 2008) (τίτλος διατριβής: «Προσωπογραφία: Εικονίζοντας τον εαυτό»).
Σπούδασε διάφορους τρόπους θεραπείας μέσω της τέχνης, καθώς και άλλες πρακτικές σύγχρονης ψυχοθεραπείας.
Φωτογραφική του δουλειά έχει δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Έχουν εκδοθεί τρία φωτογραφικά του λευκώματα: «Στα μονοπάτια του χρόνου» (Εκδόσεις Φωτοχώρος, 1994), «Μετέωρος χρόνος: Ένα πορτραίτο της Κούβας» (2004), το οποίο έχει εκδοθεί σε έξι χώρες της Ευρώπης και έχει βραβευτεί με το European Publishers Award και με το βραβείο «Μήλος» για το καλλιτεχνικό βιβλίο της χρονιάς στην Ελλάδα, και το «Natural Presence» (Εκδόσεις Luminous Eye, 2019).
Έχει βραβευτεί επίσης με το Schweppes Photographic Portrait Prize(London National Portrait Gallery) ως επιλαχών.
Διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής του πρώτου Eco-Art Festival στην Αθήνα, το οποίο οργανώθηκε από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (2013).
Έχει επιμεληθεί ομαδικές και ατομικές εκθέσεις σε αθηναϊκές αίθουσες τέχνης. Έχει πραγματοποιήσει μεγάλο αριθμό φωτογραφικών εκθέσεων ατομικών και ομαδικών ανά τον κόσμο. Παραδίδει φωτογραφικά βιωματικά σεμινάρια με γενικό τίτλο «Η φωτογραφία ως καθρέφτης».
Φωτογραφική δουλειά του βρίσκεται σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές.








