Μια γόνιμη φωτογραφική αντιπαράθεση των Ά. Δέτση και Δ. Μυτά έναυσμα για μια κοινή συνέντευξη

Μια γόνιμη φωτογραφική αντιπαράθεση των Ά. Δέτση και Δ. Μυτά έναυσμα για μια κοινή συνέντευξη

Η συνέντευξη των κ. κ. Δέτση και Μυτά παραχωρήθηκε στον Αλέξανδρο Σωματαρίδη

  • “Projection” – “S-Cape”: Το αστικό τοπίο ως υλικό για εικόνες εγκλεισμού αλλά και διαφυγής
  • Ο Άκης Δέτσης & ο Δημήτρης Μυτάς μιλούν με αφορμή την κοινή τους φωτογραφική έκθεση

Όταν δύο συνοδοιπόροι στη φωτογραφική τέχνη αποφασίζουν να εκθέσουν τα έργα τους σε απέναντι τοίχους, επιδιώκοντας μια γόνιμη αντιπαράθεση, η συνθήκη αυτή επηρεάζει ουσιωδώς το περιβάλλον που δομείται και η κόντρα δίνει τη θέση της στη δημιουργία νέων δρόμων. Μια ευχάριστη και ωφέλιμη αλλαγή σε σχέση με αυτό που έχουμε συνηθίσει στην εποχή μας, δηλαδή αντιπαράθεση που προϋποθέτει αντιπαλότητα.

Οι θεματικές “Projection”, του Άκη Δέτση, και “S-Cape”, του Δημήτρη Μυτά, που συναντώνται από την Παρασκευή 28 Φεβρουραρίου σε κοινή έκθεση στη Γκαλερί “Μάτι “στην Κατερίνη, σε επιμέλεια του Γιάννη Ευθυμιάδη, αποτελούν υλικό ικανό να διεγείρει τη φαντασία. Επιπλέον, αποτέλεσαν το έναυσμα μιας συνέντευξης-συζήτησης με τον Αλέξανδρο Σωματαρίδη, γύρω από τα θέματα που προαναφέρθηκαν και την φωτογραφία εν γένει.

Αυτό που φιλοδοξούν οι δύο φωτογράφοι, μέσω εικόνων που μπορούν να θεωρηθούν αποτέλεσμα μιας κριτικής ή ακόμα και σουρεαλιστικής ματιάς, είναι το να γίνεται ο θεατής μάρτυρας και συμμέτοχος ενός διαλόγου πάνω στο αστικό τοπίο, τη σύγχρονη πραγματικότητα, την καθημερινή ζωή μας. Στη συνέντευξη που ακολουθεί μας εισαγάγουν σε ό,τι θα δούμε στην έκθεση, μιλώντας για τη φωτογραφική τους διαδρομή, το πως βλέπουν την κατάσταση που διαμορφώνεται στις μέρες μας γύρω από την τέχνη της εικόνας, πως έχει εξελιχθεί η ματιά τους και τι νοηματοδοτεί την ενασχόλησή τους με τη φωτογραφία.

Άκης Δέτσης

Πώς φτάσατε στην απόφαση ότι αυτές οι δύο δουλειές σας μπορούν να εκτεθούν μαζί;
Α.Δ. Σε πρώτη φάση ήταν μια ιδέα του Θοδωρή Κορέλη, απ’ όταν είχαμε βρεθεί κατά της διάρκεια της έκθεσης μου στο Booze, το 2017. Η ιδέα υπήρχε, ο Θοδωρής έπειτα μου έδωσε επαφή με τον Γιάννη Ευθυμιάδη, το συζητήσαμε και το αποφασίσαμε.

Δ.Μ. Είχαν προηγηθεί κι άλλες φωτογραφικές εκθέσεις φίλων μας στην Κατερίνη, του Κώστα Ορδόλη και του Ανδρέα Ζαχαράτου, υπήρχε κι η σύσταση του Θοδωρή και προχωρήσαμε.

Α.Δ. Με τον Δημήτρη είμαστε φίλοι από το 1992, γνωριστήκαμε στα τμήματα φωτογραφίας στα ΝΕΛΕ Ζωγράφου, οπότε φωτογραφικά αλλά και γενικά έχουμε “δέσει”.

Δ.Μ. Υπάρχει κοινή πορεία εδώ και χρόνια, μέσα από διάφορες φωτογραφικές ομάδες οπότε μας είναι πολύ εύκολο να ταιριάξουμε υλικό και να συνεργαστούμε. Έχουμε ξανακάνει κι έκθεση με τετράδα φωτογράφων, ήμασταν μαζί και σ’ άλλες ομαδικές. Τώρα είναι η πρώτη φορά που εκθέτουμε οι δύο μας.

Α.Δ. Το υλικό που θα αντιπαραθέσουμε τώρα, τα έργα του ενός που θα τεθούν απέναντι σε αυτά του άλλου, είναι σχετικό. Ο τρόπος αντιμετώπισης του αστικού τοπίου προφανώς είναι διαφορετικός, αλλά υπάρχει μια κοινή συνισταμένη για το πως βλέπουμε φωτογραφημένα τα πράγματα.

Δ.Μ. Πιστεύω θα υπάρξει ενδιαφέρουσα συνομιλία, έτσι όπως θα είναι τα έργα μας απέναντι, μέσα στο χώρο, θα βγει καλά.

Δημήτρης Μυτάς

Όταν φωτογραφίζετε είστε στο κυνήγι συγκεκριμένου θέματος ή οι θεματικές προκύπτουν αργότερα;
Δ.Μ. Είμαι της δεύτερης λογικής, δουλεύω με μια εννοιολογική προσέγγιση στο μυαλό μου, βλέπω τα πράγματα σε βάθος χρόνου. Προκύπτουν εικόνες, αλλά όταν πρόκειται να τις παρουσιάσω συγκεντρώνω το υλικό και σκέφτομαι πάνω σε αυτό, προσπαθώντας να φτιάξω ένα concept εκ των υστέρων, να δώσω μια κοινή συνισταμένη με το υπάρχον υλικό και μπορεί μετά να συμπληρώσω εικόνες πάνω σε αυτό. Δηλαδή ομαδοποιώ 30-40 εικόνες που ήδη έχω τραβήξει και μετά προσθέτω 10-20 λήψεις ακόμα. Δεν θα προτρέξω όμως, δεν θ’ αρχίσω να δουλεύω έχοντας το concept στο μυαλό μου.

Α.Δ. Κι εγώ της ίδιας άποψης είμαι, με μια εξαίρεση το 1996, όταν φωτογράφιζα ένα τσίρκο. Ξεκίνησα επειδή μου άρεσε ο χώρος και δόθηκα σε αυτό σε σημείο εμμονής. Κατά τ’ άλλα, φωτογραφίζω ότι μ’ ενδιαφέρει και το editing γίνεται μετά. Όταν νιώσω ότι έχει μαζευτεί ένα σώμα, είμαι κοντά στο 70%-80%, τότε κυνηγάω πιο στοχευμένα να το ολοκληρώσω. Τα δύο έγχρωμα βιβλία που τύπωσα το 2017 και το 2019, είναι δουλειά μαζεμένη με αυτόν τον τρόπο σε βάθος 12-13 χρόνων.

Δημήτρης Μυτάς

Η φωτογραφία, ως στιγμιότυπο από τη στιγμή που θα τραβηχτεί, στο δικό σας έργο διατηρεί και φέρει την χρονικότητα από τη στιγμή της δημιουργίας της ή μέσα από κάθε θέαση, υπάρχει κάθε φορά μέσα στο παρόν, χωρίς στοιχεία του παρελθόντος;
Δ.Μ. Αυτό είναι μεγάλο ερώτημα. Το φωτογραφικό μέσο είναι χρόνος και φως, οπότε εμπεριέχεται στη φύση του. Δεν φυλακίζουμε το χρόνο, ούτε κόβουμε ένα κομμάτι του. Χρησιμοποιώντας την πραγματικότητα ως βασικό μας υλικό, αποκόπτουμε ένα κομμάτι του χρόνου, ωστόσο στόχος μας είναι να του δώσουμε έναυσμα να ισχύει αυτό εσαεί. Να έχει ισχύ χρονική και στις επόμενες θεάσεις, πέραν της πρώτης έκπληξης της εικόνας που έχεις κόψει ένα κομμάτι τόπου και χρόνου.

Έτσι βλέπω τον χρόνο στην εικόνα. Αν περιοριστεί σε ένα snapshot, αυτό το έχουμε χορτάσει τα τελευταία χρόνια, γίνεται κατά κόρον σε instagram, facebook. Εμείς έχουμε ξεκινήσει τη φωτογραφία πριν τριάντα χρόνια, έχει τελεσιδικήσει αυτό για μας. Γι΄ αυτό και δεν βιαζόμαστε να ολοκληρώσουμε ένα concept, το αφήνουμε να ωριμάσει. Το δουλεύουμε, το ξαναδουλεύουμε, ωριμάζει με το χρόνο.

Α.Δ. Το στιγμιότυπο δεν μ’ ενδιαφέρει, από τα χρόνια της μαθητείας και μετά, όταν ακόμα προσπαθούσαμε να συλλάβουμε τι ακριβώς είναι η φωτογραφία. Όπως σωστά είπε ο Δημήτρης, η φωτογραφία μπορεί να χρησιμοποιεί τα στοιχεία του χρόνου, την πραγματικότητα. Από τη στιγμή όμως που τραβηχτεί και μεταφερθεί σε οποιοδήποτε μέσο, ψηφιακό ή χαρτί, γίνεται κάτι αυθύπαρκτο. Έχει φύγει από το πλαίσιο στο οποίο υπήρχε και αποκτά μια άλλη υπόσταση. Δεν κουβάλαει τα στοιχεία των συνθηκών υπό τις οποίες τραβήχτηκε, αλλάζει νοηματοδότηση κι αυτό είναι το πολύ ωραίο και το πολύ ενδιαφέρον.

Για μένα η φωτογραφία είναι καταρχήν φόρμα. Το περιεχόμενο κι ό,τι άλλο μπορεί να δει ο καθένας προκαλείται από τη φόρμα. Αυτό είναι το στοιχείο το οποίο μεταμορφώνει και προκαλεί κάτι ενδιαφέρον. Από εκεί και πέρα, οι ερμηνείες που θα δώσει ο κάθε θεατής βασίζονται σε αυτό το πρωτογενές στοιχείο ότι παίρνουμε κάτι από την πραγματικότητα, το αποκόπτουμε και το βάζουμε κάπου αλλού για να δούμε αν λειτουργεί ή όχι.

Δημήτρης Μυτάς

Θα αποδεχόσασταν την άποψη ότι τα έργα που αποτελούν αυτή την έκθεση έχουν στοιχεία σουρεαλισμού;
Α.Δ. Όπως ανέφερε πρόσφατα κι ο Κώστας Γουδής (καθηγητής φωτογραφίας στο Πανεπιστήμιο Δ. Αττικής), θυμίζοντάς μας τη γνωστή ρήση της Susan Sontang, η φωτογραφία είναι εγγενώς σουρεαλιστική. Παίρνεις κάτι που βλέπεις, το μεταφέρεις σε κάποιο μέσο, το βγάζεις από το πλαίσιό του και το βάζεις αλλού. Αυτό που βλέπεις δεν είναι αυτό που όντως συνέβη. Δεν βλέπω την “Προβολή” με κάποια σουρεαλιστική προσέγγιση, πέραν όσων γενικών περί φωτογραφίας αναφέραμε. Απλώς είναι ένας τρόπος να μεταφράσω και να μεταφέρω το αστικό τοπίο, σύμφωνα με κάποια βιώματα και ιδέες που ήρθαν μέσα από φωτογραφίσεις που εκτείνονται πέραν της δεκαετίας, χρησιμοποιώντας έντονα στοιχεία φόρμας.

Έχει ένα συγκεκριμένο σκεπτικό από πίσω, τη γεωμετρική προβολή, δηλαδή τις διαστάσεις του κόσμου αποτυπώμένες σε δύο, όχι απλώς τις διαστάσεις του χαρτιού, αλλά ακόμα και με πιο γεωμετρική φόρμα, σε σημείο που φαίνεται ασφυκτικό, κάτι σαν εγκλεισμός αντικειμένων ή προσώπων. Ένα αδιέξοδο με μερικές χαραμάδες διαφυγής πιθανώς, μια συμπίεση μέσω της γεωμετρίας του τοπίου και των συνθηκών.

Δ.Μ. Το δικό μου θέμα έχει μια ιστορία. Είναι το πρώτο έγχρωμο, και μάλιστα συνειδητά με πολύ έντονα χρώματα και δυνατές φόρμες. Ήθελα να κάνω ένα νέο άνοιγμα, μετά από μια μακρά ασπρόμαυρη περίοδο. Είναι κάπως υπερβολικά τα μπλε και τα κόκκινα που έχει μέσα, τόσο που ίσως να θεωρούνται στοιχεία σουρεαλισμού. Ούτως ή άλλως, όπως είπε κι ο Άκης, η φωτογραφία είναι από μόνη της σουρεαλιστική.

Το θέμα μου ξεκίνησε από μια ταμπέλα που είδα σε μια φωτογραφική βόλτα που έγραφε “s-cape”. Με βάση αυτό, κι έναν συνειρμό που έγινε με την τελευταία εικόνα του concept, που έλεγε “reality”, χρησιμοποίησα αυτές τις λέξεις για να χτίσω μια σειρά εικόνων. Κάποιες υπήρχαν και συμπλήρωσα ένα μικρό μέρος, με τη λογική της διαφυγής από μια πραγματικότητα flat σε μια πραγματικότητα, ας πούμε, φωσφοριζέ, φουτουριστική, σουρεάλ. Μέσα σε αυτή υπάρχουν και εικόνες του γιου μου με έντονα μπλε, καμμένα λευκά, ως διαφυγή από την πραγματικότητα που ζούμε τα τελευταία χρόνια.

Είναι ένα ακόμα κομμάτι της φωτογραφικής μου πορείας. Μπορεί να με πάει αλλού, να συνεχίσω, μετά να ξαναγυρίσω. Ο σουρεαλισμός στη φωτογραφία είναι μια κουβέντα εύκολη, αλλά και δύσκολη. Εύκολη γιατί είναι το πρόπλασμα της φωτογραφίας, είναι βασικό κομμάτι του πως θέλεις να μεταπλάσεις την πραγματικότητα. Δύσκολη γιατί εκεί το πράγμα αρχίζει και κολλάει στις αναγνώσεις του κάθε θεατή για το τι βλέπει σουρρεαλιστικό, πως το βλέπει, αν προτείνονται εύκολες λύσεις ή όχι. Δηλαδή το κατά πόσο το έργο είναι βαρύ, αν αντέχει στο χρόνο, αν ανοίγει μονοπάτια που οδηγούν σε άλλες σκέψεις ή είναι “ευκολάκι”.

Άκης Δέτσης

Πιστεύετε ότι είναι εύκολο να συναντηθεί η ματιά του θεατή με τη ματιά μιας φωτογράφισης καλλιτεχνικής, ποιητικής; Από προηγούμενες εκθέσεις σας βλέπετε να επιτυγχάνεται διάδραση με το κοινό;
Α.Δ. Διάδραση πάντα επιτυγχάνεται και το ζητούμενο δεν είναι άλλωστε να συμπίπτουν πάντοτε οι ερμηνείες. Από τη στιγμή που παρουσιάζεις κάτι έχει φύγει από τα χέρια σου, δεν υπάρχει σωστή ή λάθος ερμηνεία. Όσο περισσότερες γνώμες εκφραστούν, τόσες περισσότερες ιδέες θα πάρουμε κι εμείς ως ανατροφοδότηση για τη συνέχεια. Εγώ ότι έχω να πω το λέω με το “κλικ” και με αυτό που παρουσιάζω. Αναγκάζεται ο φωτογράφος να γράψει κάτι ως περιγραφή, αλλά πιστεύω ότι όσο πιο αφαιρετικά γίνει, τόσο καλύτερα είναι. Δεν κρίνω σκόπιμο να προκαταβάλω το θεατή. Αλλιώς θα βάζαμε λεζάντα “ο Γιώργος στο Θησείο” π.χ.. Δεν μ’ ενδιαφέρει να δώσω λυσάρι, ότι έχω να πω το είπα κι ο καθένας βλέπει ό,τι θέλει.

Δ.Μ. Εξαρτάται από τις προσλαμβάνουσες του καθενός, κατά πόσο είναι ευαίσθητος λήπτης, καλλιεργημένος άνθρωπος γενικά, για να μπορέσει να προσεγγίσει ένα έργο με ανοικτές τις “κεραίες” του και να δώσει τις δικές του ερμηνείες. Μετά μπαίνουμε σε άλλα μονοπάτια, όπως ποιος είναι ο σκοπός που φωτογραφίζουμε, γιατί το κάνουμε και αν υπάρχει λόγος να εκτιθέμεθα. Προχωράς σε μια έκθεση γιατί έχεις περάσει ατέλειωτες ώρες με τη δουλειά σου, τόσο για να τραβήξεις όσο και για να επιλέξεις, να την υποστηρίξεις. Ο μόχθος του καλλιτέχνη είναι τεράστιος, μέχρι να δει το έργο του στον τοίχο. Εκεί νιώθει σαν τον εσταυρωμένο και περιμένει, ασχέτως αν εκθέσει στο MoMA ή σε ένα καφενείο στου Ζωγράφου. Νιώθεις εκτεθειμένος είτε θα δει το έργο σου η γειτόνισσα σου είτε ένα μάτι που φοβάσαι, με τον τρόπο που θα σταθεί απέναντι σου. Αυτό μας βοηθά ως φωτογράφους γιατί μας υποχρεώνει να σταθούμε εμείς πρώτα απέναντι στα έργα μας στον τοίχο. Έτσι αναμετριέσαι με το υλικό σου, άλλο να τα βλέπεις σε μια οθόνη. Συνθέτεις αυτό που θα ακούσεις και σε πάει και παραπέρα. Το κατά πόσο αποτελεί σκαλοπάτι και για τον θεατή είναι μεγάλη κουβέντα, το κατά πόσο η τέχνη εξυπηρετεί τέτοιου είδους σκοπούς.

Άκης Δέτσης

Σας είναι εύκολο να φανταστείτε μια πραγματικότητα που θα σας απαγορευόταν να φωτογραφίσετε, μετά από τριάντα χρόνια που ασχολείστε κι εξελίσσεστε;
Δ.Μ. Είναι κάπως ιντριγκαδόρικη η ερώτηση, γιατί εμείς έχουμε περάσει από την εποχή του φιλμ, του σκοτεινού θαλάμου, του χαρτιού, δηλαδή της φωτογραφίας που έχει ύλη και μυρωδιά, μας χαλάει η φωτογραφική εικόνα που εκτίθεται σε πολλά σημεία και στα Νέα Μέσα. Παρότι συμμετέχουμε, με μέτρο, γνωρίζοντας πως θα εκτεθούμε, μας χαλάει η υπερέκθεση, η υπερπληροφόρηση, η υπερπροσφορά, από το πρώτο “κλικ”. Όχι ότι είμαστε μεμψίμοιροι, τυπολάτρες ή ιδεοληπτικοί, αλλά γιατί η εικόνα πρέπει να “ψήνεται” για να τη βγάζεις.

Α.Δ. Περισσότερο από το μισό της διαδικασίας για μένα είναι η επιλογή, που πρέπει να γίνεται με συγκεκριμένο στόχο. Μια ωραία φωτογραφία από μόνη της, δε μου λέει τίποτα. Μια ομάδα φωτογραφιών με κοινή αισθητική είναι αυτό που ψάχνουμε. Όταν τραβάμε διασκεδάζουμε, μετά, στο σκοτεινό θάλαμο ή στον υπολογιστή, αρχίζουν τα ζόρια. Πρέπει να αντιμετωπίσεις το ναρκισισμό σου και να πετάξεις φωτογραφίες. Είναι τραυματικό.

Δ.Μ. Ο κοινός μας δάσκαλος Νίκος Ανδρικόπουλος έλεγε ότι είναι πολύ δύσκολο να κόψεις ένα δάχτυλο του χεριού σου.

Α.Δ. Για να γυρίσουμε στο αρχικό ερώτημα, δεν μπορώ να φανταστώ να μην τραβάω φωτογραφίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν περνάω μεγάλες περιόδους χωρίς να τραβάω τίποτα. Τα τελευταία 5-6 χρόνια τραβάω σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, σε ταξίδια κυρίως, κάτι που δεν το έκανα παλιότερα, γιατί εκεί νιώθω λιγότερο πιεσμένος από τις συνθήκες της καθημερινότητας. Παλιότερα έβγαινα κάθε βδομάδα να φωτογραφίσω. Ξέρω ότι όταν βρεθώ σε ένα χώρο με ιδανικές συνθήκες, θα μου βγει. Μου αρέσει, δεν θα μπορούσα να το στερηθώ επ’ άπειρον. Και μου αρέσει, αν και μπορεί να ακουστεί μαζοχιστικό, η διαδικασία της επιλογής παρότι είναι τραυματική, γιατί αυτό είναι το ζητούμενο, να βγει κάτι απ’ όλο αυτό το υλικό που έχεις συλλέξει.

Δ.Μ. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς τη φωτογραφία. Είναι κάτι που σε τρώει, όπως είπε κι ο Άκης, το κουβαλάς συνέχεια στην καθημερινότητά σου. Είμαστε και οι δυο ερασιτέχνες φωτογράφοι, εραστές της εικόνας. Η παραγωγή της εικόνας είναι στο μυαλό μας. Υπάρχουν φορές που είμαι στο δρόμο και βλέπω ένα καρέ με το μάτι, χωρίς να σηκώσω τη μηχανή. Η φωτογραφία είναι στη ζωή μας, δεν θα μπορούσαμε να είμαστε φωτογράφοι του σαββατοκύριακου, η φωτογραφική διεργασία είναι καθημερινή διεργασία. Κάποιοι δουλεύουν σε τακτά χρονικά διαστήματα που έχουν ορίσει αυτοί, που τους βολεύει για να παράγουν έργο. Τη φωτογραφία όμως την έχουμε συνέχεια στο μυαλό μας, βλέπουμε παντού γύρω μας εικόνες.

Α.Δ. Μπαίνεις σε μια διαδικασία να δουλεύει το μάτι κι όχι το μυαλό. Κοιτάς γύρω σου, πετάς τα υπόλοιπα ερεθίσματα κι αρχίζεις να σκέφτεσαι με το μάτι.

Δ.Μ. Εκείνη την ώρα σου βγαίνουν και πράγματα που έχεις δει σε μια ταινία, έχεις διαβάσει σ’ ένα βιβλίο, αυθόρμητα. Πολλές φορές νιώθω ότι βγάζω βόλτα τη φωτογραφική μηχανή, όπως κάποιος βγάζει βόλτα το σκύλο του.

Α.Δ. Είναι μεγάλη διαφορά όταν έχεις ή δεν έχεις τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι σου σε μια διαδρομή. Βλέπεις με εντελώς διαφορετικό μάτι. Επειδή έχεις μπει σε διαδικασία ετοιμότητας να δεις τα πράγματα μέσα από το φακό.

Δημήτρης Μυτάς

Μετά από τις ενότητες αυτές που θα δούμε στην κοινή σας έκθεση, οι φωτογραφίσεις σας παίρνουν άλλη κατεύθυνση ή πρόκειται για τη συνέχεια μιας πορείας; Θα μπορούσατε να ξανασυναντηθείτε σε κοινή έκθεση;
Δ.Μ. Θεωρώ ότι η πορεία μου είναι γραμμική. Εξελίσσεται το μάτι μου, αλλάζει ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα, αλλά έχω μερικά “κολλήματα” που δεν πρόκειται ν’ αλλάξουν. Ο πυρήνας είναι ίδιος. Αγαπώ πολύ τη γλυπτική. Βλέπω τα πράγματα σαν μια πέτρα που τη σκάβεις κι είναι καθοριστικό που θα φτάσει το τελευταίο σκάψιμο. Γιατί από ένα σημείο και μετά αχρηστεύεις την πέτρα. Επιδιώκω την αφαίρεση μέχρι οριακό σημείο, μ’ ενοχλεί η περιττή πληροφορία σε μια εικόνα. Είτε τραβώ ένα αντικείμενο, είτε ένα κτίριο, είτε υποτιθέμενα μια σκηνή δρόμου (γιατί είναι κάτι που δεν κάνω), η ματιά, ο πυρήνας είναι ίδιος.

Α.Δ. Με εξωτερικούς όρους ίσως κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ο Δημήτρης αλλάζει θεματική, αλλά όντως ο πυρήνας είναι ο ίδιος.

Δ.Μ. Το χρώμα ίσως ν’ αλλάζει πυκνότητα, μια πιο μοντέρνα, ελεύθερη απεικόνιση σε κάποια σημεία των θεμάτων, που παλιότερα δίσταζα να πειράξω τις εικόνες μου χρωματικά, όχι όμως κάτι εντυπωσιακό στη φόρμα ή στη δομή των εικόνων.

Α.Δ. Ελάχιστες εμμονές έχω όλα αυτά τα χρόνια που φωτογραφίζω, όχι όσον αφορά τη θεματική, αλλά στον τρόπο που βλέπω τα πράγματα. Θεματικά και η “Προβολή” και το επόμενο βιβλίο είναι τραβηγμένα την ίδια χρονική περίοδο δώδεκα ετών. Έχουν διαφορετική θεματική αλλά είναι εντελώς συγγενείς κατά τη γνώμη μου. Απλώς ένα ακόμα στάδιο στην εξέλιξη του πως βλέπω τα πράγματα.

Άκης Δέτσης


Info:

ΑΚΗΣ ΔΕΤΣΗΣ – “PROJECTION”
Οι φωτογραφίες της έκθεσης απεικονίζουν το αστικό τοπίο σαν μία μεταφορά ενός σύγχρονου αδιεξόδου. Οι αρχιτεκτονικές δομές είναι αυστηρές, ο χώρος αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν μια γεωμετρική προβολή, οι άνθρωποι, όταν εμφανίζονται, μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε αυστηρές φόρμες, που τους υπερβαίνουν και που δεν αφήνουν καμία πιθανή διαφυγή.
 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΤΑΣ – “S-CAPE”
Η σειρά των εικόνων του φωτογραφικού project “S-CAPE” καταθέτει ένα σημείο τομής στη σύγχρονη μεταμοντέρνα εποχή. Αποτελεί μια πρόταση ΔΙΑΦΥΓΗΣ σε μια σουρεαλιστική άχρονη ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.
Σχεδιασμός – Οργάνωση: Γιάννης Ευθυμιάδης
 
Ο Άκης Δέτσης γεννήθηκε το 1963 στην Αθήνα και φωτογραφίζει από το 1991. Έχει πραγματοποιήσει τέσσερις ατομικές εκθέσεις (1998, 2000, 2008, 2017) και έχει συμμετάσχει σε αρκετές ομαδικές. Δείγματα της δουλειάς του έχουν δημοσιευθεί σε φωτογραφικά περιοδικά και έχουν παρουσιαστεί σε φωτογραφικές εκδηλώσεις.
Εκδόσεις: Still Life, 2019, αυτο-έκδοση. Projection, 2017, αυτο-έκδοση. Ενδιάμεσος Χώρος, 2008, εκδόσεις tetarto. Χώροι, 1998, εκδόσεις Φωτοχώρος. Φωτογραφικός Κύκλος, 1988-2014, 2014, εκδόσεις Φωτοχώρος, (συμμετοχή). Αθήνα 2001 – Φωτογραφικές Όψεις και Απόψεις, 2001, εκδόσεις Μουσείου Μπενάκη (συμμετοχή).
 
O Δημήτρης Μυτάς γεννήθηκε στην Ελλάδα (1970) και ζει στην Αθήνα. Ασχολείται δημιουργικά με τη φωτογραφία από το 1992 και συνεχίζει να επιμορφώνεται μέσα από προσωπικό διάβασμα και σεμινάρια/διαλέξεις φωτογραφίας. Έχει παρουσιάσει τη δουλειά του σε έξι ατομικές εκθέσεις φωτογραφίας στην Αθήνα και έχει πάρει μέρος σε πολλαπλές ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Εκδόσεις: Dreamtigers, 2019, αυτό-έκδοση. Hospital, 2016, εκδόσεις Μεταίχμιο. Μηδέν Δέκα, 2011, εκδόσεις Μεταίχμιο. Ενόραση, 2003, εκδόσεις Φωτοχώρος. Πρόσωπα, 1998, εκδόσεις Φωτοχώρος.
 
Πληροφορίες:
ΑΚΗΣ ΔΕΤΣΗΣ – “PROJECTION” | ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΤΑΣ – “S-CAPE”
Έκθεση φωτογραφίας
Εγκαίνια: Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου, ώρα 20:30
Διάρκεια: 28 Φεβρουαρίου – 19 Μαρτίου 2020
Χώρος – Διεύθυνση: Γκαλερί ΜΑΤΙ, Αβέρωφ 4 – 60100 Κατερίνη

Τηλ: 2351031275 – www.e-mati.gr – b-mati@hotmail.gr

Άκη Δέτσης – Δημήτρης Μυτάς