19 Αυγούστου – Παγκόσμια ημέρα φωτογραφίας | Μπάμπης Κουγεμήτρος: Το βλέμμα του flâneur – Η φωτογραφία δρόμου ως κοινωνιολογική μελέτη

19 Αυγούστου – Παγκόσμια ημέρα φωτογραφίας | Μπάμπης Κουγεμήτρος: Το βλέμμα του flâneur – Η φωτογραφία δρόμου ως κοινωνιολογική μελέτη

Η πόλη δεν αποκαλύπτεται σε όλους με τον ίδιο τρόπο, είτε η βόλτα τους είναι φωτογραφική είτε όχι. Άλλες φορές προσφέρεται πρόθυμα στο βλέμμα και άλλες αντιστέκεται, σαν να κρατά για τον εαυτό της το ουσιαστικότερο μέρος της ιστορίας της. Θαρρείς και η πόλη έχει διαίσθηση και μας μυρίζει σαν τα σκυλιά, αναγνωρίζοντας τις προθέσεις μας. Υπάρχουν πόλεις που τις διασχίζουμε και πόλεις που τις παρατηρούμε. Τις περισσότερες φορές, όμως, συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Περπατάμε καθημερινά στους ίδιους δρόμους χωρίς να τους βλέπουμε πραγματικά. Η συνήθεια εξομαλύνει τις αντιθέσεις, η επανάληψη αμβλύνει την περιέργεια, η βιασύνη ισοπεδώνει τις αποχρώσεις και ο αστικός χώρος μετατρέπεται σιγά σιγά σε ένα σκηνικό που παύουμε να προσέχουμε.
Επίσης η κοινωνική ζωή δεν εκδηλώνεται μόνο στα μεγάλα γεγονότα ή στις επίσημες αφηγήσεις. Κρύβεται στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας: στις διαδρομές που επαναλαμβάνονται, στις μικρές χειρονομίες, στις σιωπηλές συναντήσεις, στα ασήμαντα αστικά κενά, στα σπίτια που χάνονται και σε αυτά που παίρνουν τη θέση τους, στους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι μοιράζονται τον δημόσιο χώρο. Εκεί ακριβώς αρχίζει η φωτογραφία δρόμου. Εκεί όπου η επίσημη ιστορία βλέπει γεγονότα, η φωτογραφία δρόμου αναζητά ίχνη.
Η αξία της έγκειται  κυρίως στην καλλιέργεια ενός ιδιαίτερου τρόπου παρατήρησης, στην αναζήτηση του καλά κρυμμένου και φαινομενικά ασήμαντου καθώς  και στην αποτύπωση εκείνων των στιγμών που, ενώ μοιάζουν εφήμερες, αποκαλύπτουν κάτι ουσιαστικό για την κοινωνία που τις παράγει. Με αυτή την έννοια, η φωτογραφική πράξη συναντά την κοινωνιολογική σκέψη. Και οι δύο επιχειρούν να κατανοήσουν όχι μόνο τι συμβαίνει σε μια πόλη, αλλά και πώς η ίδια η πόλη οργανώνει τις σχέσεις, τις συμπεριφορές και τις μορφές της καθημερινής ζωής.

Garry Winogrand

Ίσως γι’ αυτό η μορφή του flâneur εξακολουθεί να ασκεί γοητεία και στις μέρες μας. Από τον Charles Baudelaire μέχρι τον Walter Benjamin, ο πλάνητας της νεωτερικής μητρόπολης δεν παρουσιάζεται ως ένας απλός παρατηρητής, αλλά ως ένας άνθρωπος που επιλέγει να επιβραδύνει τον χρόνο της πόλης και να εμβαθύνει σε αυτήν. Δεν περπατά για να φτάσει κάπου, περπατά για να κατανοήσει. Η περιπλάνηση δεν αποτελεί φυγή από την πραγματικότητα, αλλά έναν διαφορετικό τρόπο συμμετοχής σε αυτήν. Ο δρόμος γίνεται ένα ανοιχτό κοινωνικό κείμενο το οποίο διαβάζεται αργά, όχι μέσα από τα μεγάλα γεγονότα, αλλά μέσα από τις πιο διακριτικές και κοινότοπες εκφράσεις της καθημερινότητας.
Ο Benjamin δεν αντιμετωπίζει τον flâneur ως μια ρομαντική φιγούρα. Τον αντιλαμβάνεται ως μια μορφή αντίστασης απέναντι στον ρυθμό της νεωτερικής πόλης. Τη στιγμή που η μητρόπολη απαιτεί ταχύτητα, κατανάλωση και συνεχή μετακίνηση, εκείνος επιλέγει να αφιερώσει χρόνο στο βλέμμα. Η παρατήρηση γίνεται μια πράξη σχεδόν πολιτική, επειδή αρνείται να υποταχθεί στην επιτάχυνση που επιβάλλει η σύγχρονη ζωή. Για τον φωτογράφο της εποχής μας αυτή η στάση παραμένει επίκαιρη, καθώς η φωτογραφία δεν προηγείται της περιπλάνησης, αλλά γεννιέται μέσα από αυτήν. Ο φωτογράφος αφήνει χώρο για το τυχαίο και το παράδοξο επιτρέποντας στην πόλη να τον οδηγήσει. Το βλέμμα προηγείται της φωτογραφίας.
Η ιδέα της περιπλάνησης αποκτά μια διαφορετική διάσταση με το κίνημα των καταστασιακών και την έννοια της dérive που αυτοί πρότειναν. Η στάση τους απέναντι στην πόλη που οργανώνεται αποκλειστικά σύμφωνα με τη λειτουργικότητα και την κατανάλωση υπήρξε βαθιά κριτική. Η dérive (τυχαία πορεία, νέα ματιά, αλλαγή ρυθμού) αποτελεί μέσα στο πλαίσιο αυτό μια προσπάθεια να επανακατοικηθεί η πόλη με διαφορετικό τρόπο. Η περιπλάνηση μετατρέπεται επομένως σε μια συνειδητή πρακτική απελευθέρωσης από τις προκαθορισμένες διαδρομές και τις λειτουργίες της πόλης. Η ψυχογεωγραφία στρέφει το ενδιαφέρον στις επιδράσεις που ασκεί ο αστικός χώρος στις διαθέσεις, στις συμπεριφορές και στα συναισθήματα των ανθρώπων. Για τον φωτογράφο δρόμου, αυτή η στάση έχει ιδιαίτερη σημασία: δεν περιπλανιέται μόνο για να αναζητήσει μια εικόνα, αλλά για να παρατηρήσει πώς η ίδια η πόλη οργανώνει, περιορίζει ή μεταβάλλει την κοινωνική εμπειρία.

Alex Webb

Για τον θεωρητικό John Berger ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε δεν είναι ποτέ ουδέτερος. Δεν αντικρίζουμε απλώς τον κόσμο, μαθαίνουμε να τον βλέπουμε μέσα από τις πολιτισμικές, κοινωνικές, πολιτικές και ιστορικές συνθήκες στις οποίες ζούμε. Το βλέμμα δεν είναι φυσικό δεδομένο, αλλά κοινωνική κατασκευή. Αν αυτό ισχύει, τότε και η φωτογραφία δρόμου δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική καταγραφής του δημόσιου χώρου, αλλά μια διαρκή άσκηση αναθεώρησης του ίδιου του βλέμματος.
Ίσως αυτό να είναι και το βαθύτερο σημείο συνάντησης ανάμεσα στη φωτογραφία και την κοινωνιολογία: η καλλιέργεια ενός βλέμματος που εκτείνεται πέρα από το προφανές. Και οι δύο μάς υπενθυμίζουν ότι η πραγματικότητα δεν βρίσκεται πάντοτε μπροστά στα μάτια μας, παρά συχνά βρίσκεται πίσω από όσα έχουμε μάθει να θεωρούμε αυτονόητα.
Από αυτή την άποψη, η φωτογραφία δρόμου δεν λειτουργεί ως απλή καταγραφή της πόλης. Κάθε εικόνα αποκαλύπτει ταυτόχρονα δύο πράγματα: κάτι για τον κόσμο που φωτογραφίζεται και κάτι για τον τρόπο με τον οποίο ο φωτογράφος επιλέγει να τον παρατηρήσει και να τον αναπαραστήσει.

Vivian Maier

Η φωτογραφία δρόμου δεν υπήρξε ποτέ απαλλαγμένη από τις δικές της συμβάσεις. Η επίμονη αναζήτηση της “αποφασιστικής στιγμής”, η εμμονή με την εντυπωσιακή σύνθεση και την τεχνική αρτιότητα, η άκριτη αναπαραγωγή εδραιωμένων οπτικών κλισέ και στερεοτύπων από την ιστορία του μέσου οδηγούν συχνά σε εικόνες που κυρίως εντυπωσιάζουν παρά ερμηνεύουν. Όταν ο φωτογράφος αναζητά πρωτίστως την επιβεβαίωση μιας αισθητικής φόρμας μέσω των like στα social media, τότε ο αστικός χώρος μετατρέπεται σε σκηνικό και η κοινωνική ζωή σε προβλέψιμο και βαρετό θέαμα. Αντίθετα, μια κοινωνιολογική ματιά δεν αναζητά το φωτογενές  ή το εντυπωσιακό στον βαθμό που επιλέγει να εστιάσει στο κοινότοπο, σε αυτό που δεν προορίζεται να ιδωθεί και να αναπαρασταθεί.  Η ουσία της δεν βρίσκεται στην παραγωγή μιας ακόμη viral εικόνας, αλλά στην αποκάλυψη εκείνων των σχέσεων που, ενώ καθορίζουν την καθημερινότητα, παραμένουν συνήθως αόρατες.

Το ερώτημα ωστόσο που τίθεται σήμερα είναι διαφορετικό από εκείνο που αντιμετώπιζε ο Benjamin. Δεν αρκεί πλέον να αναρωτηθούμε αν υπάρχει ακόμη ο flâneur. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν υπάρχει ακόμη η πόλη που τον γέννησε.
Οι σύγχρονες μητροπόλεις έχουν μεταβληθεί βαθιά. Ο δημόσιος χώρος δεν οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από τις ανάγκες των κατοίκων του. Η τουριστική οικονομία, οι ψηφιακές πλατφόρμες, οι λογικές της κατανάλωσης και η αδιάκοπη κυκλοφορία εικόνων μετασχηματίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι πόλεις σχεδιάζονται, προβάλλονται και βιώνονται. Σε πολλές δυτικές πρωτεύουσες, τα ιστορικά κέντρα αρχίζουν να αποκτούν μια παράδοξη ομοιότητα. Οι ίδιες εμπορικές αλυσίδες, οι ίδιες αισθητικές επιλογές, οι ίδιες instagrammable γωνιές, οι ίδιες φωτογραφικές διαδρομές, οι ίδιες εικόνες που επαναλαμβάνονται καθημερινά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι ίδιες διαδρομές που σχεδιάζονται για τον επισκέπτη. Η πόλη κινδυνεύει να γίνει αναγνωρίσιμη πριν ακόμη γίνει βιωμένη και ο επισκέπτης-φωτογράφος ξέρει από πριν τι θα δει ή «τι αξίζει» να δει.
Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά μόνο την αρχιτεκτονική, αλλά και τον ίδιο τον χαρακτήρα του δημόσιου χώρου. Ο Marc Augé περιέγραψε ως «μη-τόπους» εκείνους τους χώρους όπου η ανθρώπινη εμπειρία γίνεται ολοένα και πιο προσωρινή, λειτουργική και απρόσωπη. Χωρίς να ταυτίζονται πλήρως με αυτή την έννοια, πολλά σημεία των σύγχρονων πόλεων φαίνεται να κινούνται προς μια παρόμοια κατεύθυνση. Παράλληλα, αναδύονται νέα τουριστικά τοπόσημα που δεν προκύπτουν πάντοτε οργανικά από τη συλλογική μνήμη και την καθημερινή ζωή της πόλης, αλλά από την ανάγκη της να προβάλλεται και να καταναλώνεται ως εικόνα. Η πόλη δεν μετατρέπεται μόνο σε έναν χώρο που κατοικείται, αλλά και σε έναν χώρο που σχεδιάζεται για να αναγνωρίζεται, να φωτογραφίζεται και να κυκλοφορεί ως εικόνα.

Frank Robert

Πολλοί σύγχρονοι φωτογράφοι δρόμου πέφτουν στην παγίδα είτε της υπεράσπισης μιας αισθητικής παράδοσης  είτε της αναπαραγωγής μιας νοσταλγίας για την «παλιά πόλη». H αναζήτηση αυτή γίνεται ολοένα πιο δύσκολη, καθώς οι σύγχρονες μητροπόλεις έχουν μάθει να αναπαράγουν μέσα στον νέο αστικό ιστό την εικόνα της “παλιάς πόλης”, δημιουργώντας μια εκδοχή του παρελθόντος σχεδιασμένη να βιωθεί και να φωτογραφηθεί στο παρόν.  Η μεγαλύτερη ωστόσο πρόκληση για έναν δημιουργικό φωτογράφο είναι να διακρίνει, μέσα σε μια πόλη που έχει συνηθίσει να φωτογραφίζεται, εκείνες τις στιγμές και εκείνα τα σημεία που εξακολουθούν να αντιστέκονται στην αναπαράσταση και που διαφεύγουν του στερεότυπου. Είναι να διαβεί  σε αργούς χρόνους εκείνους τους δρόμους και εκείνες τις γειτονιές που ο τουρίστας είτε αποφεύγει είτε αγνοεί. Να τους διαβεί ξανά και ξανά. Πολύ σπάνια η  πόλη μάς αποκαλύπτεται με την πρώτη ματιά.
Αν ο flâneur του Benjamin μπορούσε ακόμη να περιπλανηθεί στις σύγχρονες πόλεις, πιθανότατα θα αναγνώριζε ελάχιστα στοιχεία από εκείνον τον δημόσιο χώρο που γνώρισε. Δεν έχει αλλάξει μόνο η μορφή της πόλης, έχουν αλλάξει οι όροι υπό τους οποίους μπορεί κανείς να την παρατηρήσει. Το βλέμμα, που άλλοτε αποτελούσε προϋπόθεση της φωτογραφικής πράξης, έχει γίνει το ίδιο αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Ruth Orkin

Η φωτογραφία δρόμου υπήρξε πάντοτε μια άσκηση ελευθερίας. Όχι επειδή λειτουργούσε έξω από κάθε κανόνα, αλλά επειδή στηριζόταν στην πεποίθηση ότι ο δημόσιος χώρος είναι ένας τόπος κοινής εμπειρίας, ένας τόπος όπου η κοινωνική ζωή μπορεί να παρατηρηθεί, να αναπαρασταθεί και τελικά να γίνει αντικείμενο σκέψης. Σήμερα, όμως, αυτή η βεβαιότητα μοιάζει λιγότερο αυτονόητη.
Η αδιάκοπη κυκλοφορία των εικόνων, η ταχύτητα με την οποία αυτές αναπαράγονται και διαδίδονται, οι πολιτικές των ψηφιακών πλατφορμών καθώς και η αυξανόμενη ευαισθησία γύρω από την ιδιωτικότητα και το δικαίωμα στην εικόνα έχουν μεταβάλει ουσιαστικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο δρα ο φωτογράφος. Δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνολογική αλλαγή, αλλά για μια νέα κοινωνική συνθήκη.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο τι επιτρέπεται να φωτογραφηθεί. Είναι τι σημαίνει πλέον να φωτογραφίζει κανείς έναν άγνωστο άνθρωπο γνωρίζοντας ότι η εικόνα του μπορεί, μέσα σε λίγα λεπτά, να διασχίσει ολόκληρο τον κόσμο. Η φωτογραφία δεν ολοκληρώνεται τη στιγμή της λήψης. Από την πρώτη κιόλας στιγμή συνυπάρχει με την πιθανότητα της αδιάκοπης αναπαραγωγής της.

Αν και θα ήταν εύκολο να θεωρήσουμε ότι η φωτογραφία δρόμου απειλείται απλώς από περισσότερους περιορισμούς, μια τέτοια ανάγνωση θα αδικούσε την πολυπλοκότητα του ζητήματος. Οι συζητήσεις γύρω από την αξιοπρέπεια του προσώπου, την προστασία της ιδιωτικότητας και το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να ελέγχει την εικόνα του δεν αποτελούν εμπόδια που πρέπει να παρακαμφθούν. Αποτελούν κατακτήσεις μιας δημοκρατικής κοινωνίας και υπενθυμίζουν ότι κάθε φωτογραφία είναι ταυτόχρονα και μια σχέση ευθύνης.

Joel Meyerowitz

Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα να είναι διαφορετικό. Πώς μπορεί να διατηρηθεί η δύναμη της δημόσιας παρατήρησης χωρίς να χαθεί ο σεβασμός προς τον άνθρωπο που παρατηρείται; Ο φωτογράφος δρόμου δεν μπορεί πλέον να διεκδικήσει την αορατότητα του παρελθόντος. Κινείται μέσα σε έναν χώρο όπου όλοι ενδέχεται να φωτογραφίζουν και να φωτογραφίζονται. Το βλέμμα δεν είναι ποτέ μονόδρομο. Είναι αμοιβαίο.
Αυτή η μεταβολή δεν αφορά μόνο την ηθική της φωτογραφίας. Αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε το αστικό περιβάλλον. Ο Guy Debord, ηγετική μορφή των καταστασιακών, υποστήριξε ότι η σύγχρονη κοινωνία οργανώνεται ολοένα και περισσότερο γύρω από τις εικόνες που παράγει για τον εαυτό της. Ο Jean Baudrillard υποστήριζε ότι η σύγχρονη κουλτούρα οδηγείται σε μια κατάσταση υπερβολικής διαφάνειας, όπου όλα εκτίθενται και τίποτα δεν παραμένει πραγματικά μυστηριώδες. Μέσα σε αυτή τη συνεχή υπερέκθεση, η φωτογραφική εικόνα κινδυνεύει να χάσει τη σαγήνη της, επειδή εξαντλείται σε ό,τι δείχνει. Η πρόκληση για τη φωτογραφική πρακτική δεν είναι να δείξει περισσότερα ή να τα δείξει όλα, αλλά να αφήσει ξανά χώρο για το αμφίσημο, για εκείνο που δεν εξαντλείται στην πρώτη ματιά.
Ο flâneur δεν ανήκει μόνο στον δέκατο ένατο αιώνα. Ανήκει σε κάθε εποχή που αισθάνεται την ανάγκη να αντισταθεί στην επιτάχυνση του βλέμματος, αν και σήμερα η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Δεν επιταχύνεται μόνο η πόλη ως βίωμα, επιταχύνεται ο ίδιος ο χρόνος της καθημερινής εμπειρίας. Όπως παρατηρεί ο Thomas Hylland Eriksen στην Τυραννία της στιγμής, η αδιάκοπη ροή πληροφοριών και εικόνων συμπιέζει τον χρόνο της προσοχής και δυσκολεύει την παραγωγή νοήματος. Δεν βλέπουμε λιγότερα, βλέπουμε περισσότερα απ’ όσα μπορούμε πραγματικά να επεξεργαστούμε.

Henri Cartier Bresson, ROMANIA, In a train, 1975

Ίσως, λοιπόν, η αποστολή του σύγχρονου πλάνητα – φωτογράφου δρόμου να μην είναι πια μόνο η περιπλάνηση, αλλά η επιβράδυνση. Να διεκδικήσει ξανά τον χρόνο που απαιτεί η παρατήρηση, να αντισταθεί στη βιασύνη της εικόνας και να υπερασπιστεί την εμπειρία απέναντι στην αδιάκοπη κατανάλωσή της. Υπό αυτή την έννοια, η φωτογραφία δρόμου δεν αποτελεί απλώς μια πρακτική καταγραφής του δημόσιου χώρου, αλλά μια μορφή αντίστασης στον κατακερματισμένο χρόνο της σύγχρονης ζωής. Η ουσία της φωτογραφικής περιπλάνησης δεν έγκειται τόσο στην παραγωγή εικόνων, όσο στη διεκδίκηση του χρόνου που απαιτείται για να αποκτήσουν οι εικόνες νόημα.

Μπάμπης Κουγεμήτρος*

——
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
Marc Augé (1995). Non-Places: Introduction to an Anthropology of Supermodernity. London: Verso.
Charles Baudelaire (1964). The Painter of Modern Life and Other Essays. London: Phaidon Press.
Jean Baudrillard (1990). Η διαφάνεια του κακού: Δοκίμιο για τα ακραία φαινόμενα. Αθήνα: Πλέθρον.
Walter Benjamin (1999). The Arcades Project. Cambridge, MA: Harvard University Press.
Walter Benjamin (2002). Σαρλ Μπωντλαίρ: Ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
John Berger (1972). Η εικόνα και το βλέμμα. Αθήνα: Μεταίχμιο.
Guy Debord (2016). Η κοινωνία του θεάματος. Αθήνα: Μεταίχμιο.
Michel de Certeau (1984). The Practice of Everyday Life. Berkeley: University of California Press.
Thomas Hylland Eriksen (2001). Η τυραννία της στιγμής: Γρήγορος και αργός χρόνος στην εποχή της πληροφορίας. Αθήνα: Σαββάλας.
Georg Simmel (2004). Περιπλάνηση στη νεωτερικότητα: Κοινωνιολογικά, φιλοσοφικά και αισθητικά κείμενα. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
Richard Sennett (1977). Η τυραννία της οικειότητας: Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός άνθρωπος. Αθήνα: Νεφέλη.
Susan Sontag (1977). Περί φωτογραφίας. Αθήνα: ΦΩΤΟ.


*Info:
Ο Μπάμπης Κουγεμήτρος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Φωτογραφία και Οπτικοακουστικά Μέσα στο ΤΕΙ Αθηνών και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στη Φωτογραφία με τίτλο «Φωτογραφία: Έρευνα και Μεθοδολογία» του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Το 2006 παρακολούθησε το ετήσιο σεμινάριο «Εισαγωγής στην Καλλιτεχνική Φωτογραφία»του Πλάτωνα Ριβέλλη. Το 2012 πήρε μέρος στο Athens Photo Festival με την ατομική έκθεση “Edgelands” και το 2013 με την ομαδική «Τα Όρια της Πόλης», έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό.
Έχει διδάξει φωτογραφία στο Κέντρο Ημέρας Εφήβων «Ωρίων» της ΕΨΥΠΕ (2010-2014) και από το 2014 συντονίζει την ομάδα φωτογραφίας για νέους με ψυχικές δυσκολίες στο Κέντρο Ημέρας «Πλοήγηση». Από το 2017 συντονίζει το φωτογραφικό εργαστήριο του Δήμου Χαλανδρίου ο «Ο λόγος στην Εικόνα» και από το 2023 διδάσκει φωτογραφία σε δημόσια ΣΑΕΚ και στα ΣΑΕΚ της ΔΥΠΑ Κηφισιάς.
Web Site: www.babiskougemitros.com
Email: babiskouge@gmail.com
Instagram: bkougemitros