Γιώργος Δεπόλλας – The artist and his Masterpiece

Γιώργος Δεπόλλας – The artist and his Masterpiece

.
Στις διαρκείς και επίπονες αναζητήσεις μου για τη σημασία και το ρόλο της σύγχρονης τέχνης, τη φύση του ίδιου του ‘’καλλιτεχνήματος’’, τη σχέση του με τον δημιουργό του αλλά, παράλληλα, και την ιδιόμορφη σχέση του με το κοινό, έφτασα στο σημείο εδώ και μερικά χρόνια να αποφασίσω να περάσω (δεν ξέρω αλήθεια για πόσο διάστημα) από την κλασική φωτογραφία σε μία αρκετά διαφορετική και τολμηρή για μένα επιλογή, αυτήν του εικαστικού δημιουργού, ελπίζοντας ότι θα έπαιρνα κάποιες απαντήσεις στις διαρκείς και ψυχοφθόρες ανησυχίες μου.

Για αρκετά χρόνια στα ταξίδια που έκανα, προσπαθούσα να εντοπίσω χώρους που πραγματικά με ενδιέφεραν, με ενέπνεαν. Μάζευα στοιχεία γι’ αυτούς, τους μελετούσα κατάλληλα, ενώ παράλληλα σκεφτόμουν τους τρόπους παρέμβασης, διαμορφώνοντας μια νέα Κατάσταση – Εγκατάσταση, πιστεύοντας ότι το τελικό αποτέλεσμα θα τους έκανε πιο δυνατούς, πιο αληθινούς και πιο ενδιαφέροντες στο ευρύ κοινό.
Εξ΄ αρχής οι παρεμβάσεις μου ήταν τέτοιες ώστε να μη γίνονται εύκολα αντιληπτές από τον μη μυημένο θεατή, ελπίζοντας ότι αυτός ήταν ένας τρόπος για να μειωθεί το μεγάλο χάσμα μεταξύ του καλλιτεχνικού σύγχρονου προϊόντος και του τελικού αποδέκτη του: οικείοι, ‘’καθημερινοί’’ χώροι και εγκαταστάσεις που θα μπορούσαν έστω και προσωρινά να συνυπάρχουν αρμονικά με την αγωνία της ανθρώπινης δημιουργίας και όχι μόνο.
Αυτογνωσία και θνητότητα είναι οι δύο βασικές έννοιες αυτού του εγχειρήματος που φαίνεται ότι επισκιάζουν όλες τις άλλες.
Η ενότητα αυτών των φωτογραφιών δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια σειρά αυτοπορτραίτων που έκανα μόλις τελείωνε το κάθε έργο, γιατί όλα τα έργα ανεξαρτήτως, αργά η γρήγορα, θα χαθούν, θα σβήσουν.
Οι φωτογραφίες τους θα είναι αυτές που θα δώσουν στις επόμενες γενιές όσες πληροφορίες χρειάζονται.

Αθήνα 2014
Γιώργος Δεπόλλας

https://www.yiorgosdepollas.com
https://www.facebook.com/yiorgosdepollas

Πρόσφατα βρέθηκα ξανά στην ίδια περιοχή που είχα δημιουργήσει πριν αρκετά χρόνια το έργο μου «Δύο μπανιέρες, η μία δίπλα στην άλλη». Η έκπληξη και η χαρά μου ήταν μεγάλες όταν πρωτοαντίκρισα τη νέα εκδοχή της δημιουργίας μου. Κάποιος άγνωστος προφανώς είχε προσθέσει δίπλα της το εγκαταλελειμμένο πλυντήριο. Η πλήρης αποθέωση του “σουρεμπατισμού”.  

 

 

ΣΟΥΡΕΜΠΑΖΑ
Η φωτογραφία αμφισβητήθηκε ως τέχνη το μεγαλύτερο διάστημα της ιστορικής διαδρομής της. Λιγότερο συχνά αμφισβήτησε η ίδια την τέχνη ή τον εαυτό της. Ο Γιώργος Δεπόλλας, σεσημασμένος φωτογραφικός φαρσέρ, στη σειρά Inlook (2003) καυτηρίασε, με αφετηρία τη διεθνή έκθεση Outlook που παρουσιάστηκε την ίδια χρονιά στην Αθήνα, ένα κομμάτι της σύγχρονης τέχνης: θέματα ανεκδοτολογικού χαρακτήρα με πομπώδη παρουσίαση σχολίαζαν τον ανούσιο συχνά τρόπο με τον οποίο η φωτογραφία υιοθέτησε ιδιώματα του ευρύτερου εικαστικού χώρου. Μέσα από κάποιες σατιρικές ‘εγκαταστάσεις’ υπαινίχθηκε επίσης το πώς από τις ρήξεις της δεκαετίας του ΄60 φτάσαμε σε μια απλουστευτική μεγέθυνση του φαινομένου της τέχνης που οδηγεί ενίοτε σε εννοιακές κενολογίες και καλλιτεχνικές πράξεις ασπόνδυλες. Στα έργα της νέας του σειράς με τον αυτοσαρκαστικό τίτλο The Artist and his Masterpiece (2010-2014), ο Δεπόλλας φωτογραφίζεται δίπλα σε μπάζα, αυθαίρετα κτίσματα, μεγάλα αντικείμενα που έχουν αποτεθεί στη μέση του πουθενά και, με όχημα την αληθοφάνεια της φωτογραφίας, στήνει ψευδή ντοκουμέντα, ποζάροντας σοβαρός δίπλα στα υποτιθέμενα έργα του. Οι ανώνυμες πράξεις, η τραγική ακηδία στη διαχείριση του ελληνικού δημόσιου χώρου, μετατρέπονται εδώ σε ψευδεπίγραφα έργα. Οι επιτηδευμένα ζωηρόχρωμες ενδυμασίες συνιστούν νύξη καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας, ενώ οι τοποθεσίες δηλώνουν δηκτικά την αφθονία αριστουργημάτων, ακόμη και στις ερημιές όπου λανθάνουν άτυπες χωματερές. Θίγεται ακόμη η τρέχουσα μανία αυτοφωτογράφησης, η ανάγκη να ζει κανείς όλο και περισσότερο σαν συνάρτηση της εικόνας του, έλκοντας την προσοχή. Το ανύπαρκτο κίνημα του σουρεμπατισμού επιστρατεύεται για να επισημανθεί καυστικά η διαφορά ανάμεσα στο έργο με τον ταυτολογικό τίτλο «Δυο μπανιέρες, η μια δίπλα στην άλλη» και τη νέα εκδοχή του στην οποία έχει προστεθεί (από τα δικά του χέρια) ένα χαλασμένο πλυντήριο. Πόσο κοντά είναι πλέον η σοβαρότητα και η σοβαροφάνεια; Πόσο έχει απομακρυνθεί η τέχνη από την τέχνη; Πόση αλήθεια κρύβεται κάποιες φορές στα ψευδή ντοκουμέντα;
Πρόσφατα, σε μια επίσκεψη σε ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης σημειώθηκε η εξής πραγματική σκηνή: ανάμεσα σε δυο έργα, δυο σύγχρονες εγκαταστάσεις, βρισκόταν απλωμένο στο πάτωμα ένα γαλάζιο wettex, απορροφώντας κάποια ανεπιθύμητη υγρασία, όπως αποδείκνυε μια γρήγορη ματιά στην ψευδοροφή. Ένα ζεύγος επισκεπτών προβληματιζόταν φωναχτά αν το wettex ήταν μέρος του έργου και αν ναι, τίνος, του αριστερού ή του δεξιού; Κατάφερε τελικά η σύγχρονη τέχνη να μειώσει την απόσταση ανάμεσα στην πραγματική ζωή και τη δημιουργική έκφραση, στα αριστουργήματα και τα μπάζα; Ή έκανε τη διαδρομή, έστω ακούσια, πιο δύσβατη, ένα συχνό μετεωρισμό ανάμεσα στην ουσία και την αυθαιρεσία, την πνευματικότητα και τη φάρσα, επιχειρώντας να δικαιολογήσει, με κείμενα που βρίθουν από νεφελώδεις αοριστίες, πρακτικά το οτιδήποτε; Είμαστε στην εποχή όπου, εκτός από την πολιτική και τη δημόσια ζωή, παρεισφρύει και στην τέχνη δυναμικά το οτιδήποτε; Η απάντηση βρίσκεται ίσως κρυμμένη στο, άγραφο ακόμη, μανιφέστο του σουρεμπατισμού.

Ηρακλής Παπαϊωάννου