Δικός μου και ο Αύγουστος με τις μεγάλες μνήμες (V)
photo: Celine Amorim
Αν πεθάνω
δεν θα ξανάρθει ο ταχυδρόμος
δεν θα μου στείλεις πια βιβλία
ή την καρδιά σου σ’ ένα φάκελο
δεν θα σε δω να φεύγεις
ή να ‘ρχεσαι
δεν θα καθίσω πια ποτέ στο μπαρ
και συ στο πλάι μου
ή απέναντι κατάμονος
να με κοιτάςΑν πω πως πέθανα ;
θα κολλήσω στο στήθος σου
ένα νεκρώσιμο με τ’ όνομά μου
στους δρόμους θα γυρνάς μ’ ένα νεκρόΤασία – έναν καφέ παρακαλώ
αν ξάφνου μ’ αντικρίσουν ζωντανό
θα εκπλαγούν
η ώρα είναι μία παρά τέταρτο
ο τραυματισμός των ωρώνΤασία – παρακαλώ έναν καφέ
Θ’ ανάψω τη ζωή μου
και θα κάψω τα βιβλία
τι όμορφα που καίγεται η φράση σ’ α γ α π ώ
αναδιπλώνεται στον εαυτό της
σα να βάζει στο πρόσωπο το χέρι της
από ντροπή– λίγο νερό παρακαλώ
και πλένε το ποτήρι μου καλύτερα κυρά μου
εγώ έριξα προχθές νερό
κι έσβησα τα όνειρά μου– ο καφές σας κύριε
η στάθμη της αγάπης σου
κατέρχεται
διψάω
λίγο νεράκι κύριοι
λίγο νερό καλοί μου κύριοι
και είναι λέει ποιητής
μα πού είναι οι φωνές των παιδιών;
αιτούμεθα ποίηση στα σκοτεινά
η ποίηση φίλε πέθανε
η καλοσύνη σου –
η καλοσύνη σου είναι Κύριε
μια καμινάδαστους δρόμους βλέπω να περνούν
ζητιάνοι μ’ εξαπτέρυγα ονείρων
μια προσευχή
μια προσευχή
για να βρεθεί ένα ποίημα(Κώστα Ταχτσής, «Η συμφωνία του Μπραζίλιαν»)








