Ήταν του Μάη του πρόσωπο (V)

Ήταν του Μάη του πρόσωπο (V)

photo: Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson

Τι νιώθει η έρημος
όταν μακρινός άνεμος
αποθέτει πάνω της ένα σπόρο ;
Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι ;
Ο δρόμος που τελειώνει σ’ αδιέξοδο ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις ;
Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του Χάρου ;
Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε ότι υπάρχει μόνον ένα μέγεθος θανάτου ;
Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα ότι ο κόκκος άμμου είν’ αδερφός τους ;
Η μετάνοια θυμάται αλήθεια ότι κάποτε λεγόταν τόλμη ;
Το χέρι που δίνει και το χέρι που παίρνει ξέρουν ότ’ είναι δυο γλάροι που ζυγιάζονται πάνω από το κενό της έλλειψης ;
Πώς νιώθει τάχα η νύχτα μ’ όλα τούτα τ’ άστρα στο κορμί της ωραία ή σημαδεμένη ;
Τα πούπουλα του μαξιλαριού ονειρεύονται ακόμα τα ύψη ;
Πώς πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος
Πώς τρίζει η ψυχή του ερημίτη όταν την αγγίζει ο θάνατος
Τι κρότο κάνει ένα δέντρο που πέφτει όταν κανείς δεν είν’ εκεί για να τ’ ακούσει ;
Είναι το σκοτάδι που ‘ναι τυφλό ή το φως που πέφτει πάνω του ;

(Αργύρης Χιόνης, «Απορίες»)