Όταν μιαν Άνοιξη χαμογελάσει (V)
photo: Ερίνα Παυλιδάκη
… Μίλησε τότε η βροντή
DA
Datta:[Δώσε (σανσκριτικά)]
τι έχουμε δώσει;
Φίλε μου, το αίμα τραντάζει την καρδιά μου
τη φρικτή τόλμη μιας στιγμής που ενδώσαμε τα χρόνια της φρόνησης ποτέ δεν θ’ αναιρέσουν
χάρη σ’ αυτήν, και μόνο σ’ αυτήν, υπήρξαμε
που ούτε πρόκειται κανείς στις νεκρολογίες μας να τη βρει
ή σε αναμνήσεις σκεπασμένες από την ευεργετική αράχνη
ή κάτω από σφραγίδες σπασμένες από τον ξερακιανό δικηγόρο μες στ’ άδεια μας δωμάτιαDA
Dayadhvam:[Συμπόνεσε (σανσκριτικά)]
Άκουσα το κλειδί
στην πόρτα να γυρίζει μια φορά, να γυρίζει
μια φορά μόνο συλλογιζόμαστε το κλειδί,
ο καθένας μες στη φυλακή του με τη σκέψη του κλειδιού,
ο καθένας εξασφαλίζει μια φυλακή
μονάχα όταν βραδιάζει, αιθέριοι ψίθυροι ανασταίνουν για μια στιγμή έναν συντετριμμένο ΚοριολανόDA
Datta: Damyata [Κυριάρχησε (σανσκριτικά)]
Η βάρκα ανταποκρίθηκε
χαρούμενα, στο χέρι το επιδέξιο, στο πανί και στο κουπί η θάλασσα ημέρευε,
η καρδιά σου θα είχε ανταποκριθεί χαρούμενα στο κάλεσμα, χτυπώντας υπάκουα σε σταθερά χέριαΚάθισα στην όχθη
ψαρεύοντας, με τον ξερό κάμπο πίσω μου
να βάλω τουλάχιστον τα κτήματά μου σε τάξη; …(T.S. Eliot, ” Η Άγονη Γη “
Μετάφραση, Χάρης Βλαβιανός)








