Γρηγόρης Δίγκας – Φωτογραφίζω μια πολιτική συνθήκη και τον τρόπο που αυτή εγγράφεται στον χώρο

Γρηγόρης Δίγκας – Φωτογραφίζω μια πολιτική συνθήκη και τον τρόπο που αυτή εγγράφεται στον χώρο

Γρηγόρη, από το 2015, και για μία δεκαετία, περιπλανήθηκες στην ελληνική μεθόριο φωτογραφίζοντας τα χερσαία και θαλάσσια σύνορα της Ελλάδας. Γιατί το ελεύθερο βλέμμα σου ως φωτογράφου επέλεξε να φωτογραφίσει ένα όριο; Πώς εξηγείς αυτήν την γοητευτικά οξύμωρη προτίμηση;
Αναρωτιέμαι κι εγώ πόσο «ελεύθερο» μπορεί να είναι πραγματικά ένα βλέμμα. Το βλέμμα δεν είναι απλώς αυτό που καταγράφουν τα μάτια μας. Προϋποθέτει μια επιλογή: σε τι θα σταθούμε, τι θα παρατηρήσουμε, σε ποιο κομμάτι της πραγματικότητας θα δώσουμε σημασία. Και ο φωτογράφος κουβαλά μαζί του τα ενδιαφέροντα, τα ερωτήματά του που ψάχνει να απαντήσει, την έρευνα, τις εμπειρίες και τις μνήμες του. Το βλέμμα του δεν είναι επομένως εντελώς «ελεύθερο», αλλά καθοδηγούμενο από τον ίδιο.
Και η ίδια η φωτογραφία είναι μια πράξη οριοθέτησης. Ο φωτογράφος αποφασίζει τι θα μπει στο κάδρο και τι θα μείνει έξω. Το ίδιο γίνεται αργότερα στην επιλογή των εικόνων και στον τρόπο που αυτές συγκροτούν μια αφήγηση.
Η ανάπτυξη ενός project, πόσο μάλλον μιας ερευνητικής φωτογραφικής εργασίας είναι μια συνεχής διαδικασία εξέλιξης. Κάθε δημιουργική διαδικασία χρειάζεται να φτάσει στα όρια αυτού που ήδη γνωρίζει, να το αμφισβητήσει και να επιχειρήσει να κοιτάξει λίγο παραπέρα. Υπό αυτή την έννοια, το όριο δεν είναι απαραίτητα το αντίθετο της ελευθερίας, αλλά μπορεί να είναι και το σημείο από το οποίο ξεκινά η αναζήτησή της. Ειδικά αν δεχτούμε ότι το να μπορείς να δεις κάτι διαφορετικά, να αμφισβητήσεις μια ιδέα ή ένα κατεστημένο είναι μέρος της ελευθερίας.
Στη δική μου περίπτωση, το Borders προέκυψε αρκετά φυσικά από την προηγούμενη δουλειά μου, το Ithacas, που ήταν και το αντικείμενο της διδακτορικής μου έρευνας. Εκεί μελετούσα διαφορετικές μορφές ελληνικής μετανάστευσης την περίοδο της οικονομικής κρίσης και, μέσα από αυτές τις εμπειρίες εκτοπισμού, με απασχολούσε ξανά το ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας και της ανάγκης επαναπροσδιορισμού της ως μια διέξοδος από την κρίση. Ήδη τότε φωτογράφιζα τα όρια των τόπων και χρησιμοποιούσα το τοπίο μεταφορικά για να μιλήσω για την αίσθηση του ανήκειν σε έναν ξένο τόπο.
Το Borders ήταν το επόμενο βήμα. Αντί να κοιτάζω πλέον τον άνθρωπο που μετακινείται από έναν τόπο σε έναν άλλο, στράφηκα στα ίδια τα γεωγραφικά όρια της χώρας, αναζητώντας εκεί τα όρια της ελληνικής ταυτότητας. Σταδιακά όμως το ερώτημα άλλαξε. Άρχισε να με ενδιαφέρει περισσότερο η ίδια η φύση των συνόρων: πώς κατασκευάζονται, πώς μεταβάλλονται, πώς επιβάλλονται, πώς χρησιμοποιούνται στη διαμόρφωση του εθνικού αφηγήματος και τελικά πώς αλλάζουν τον τόπο και τη σχέση μας μαζί του.
Οπότε, για μένα, το πραγματικό οξύμωρο δεν είναι ότι ένα «ελεύθερο βλέμμα» επιλέγει να φωτογραφίσει ένα όριο. Είναι περισσότερο ότι οι ίδιες οι κοινωνίες προσπαθούν να διαφυλάξουν την ελευθερία τους περικλείοντάς την μέσα σε σύνορα.

Γρηγόρης Δίγκας – 1000 Δέντρα, Λίμνη Δοϊράνη
41°14’29.5”N 22°46’16.4”E

Φωτογραφίζοντας σύνορα, είναι ένας τρόπος να κάνεις ορατή την ανάγκη για ελευθερία;
Η ελευθερία είναι μια πολύ σχετική έννοια και δεν σημαίνει το ίδιο πράγμα για όλους. Τα σύνορα κάνουν πολύ εμφανή αυτή τη σχέση ανάμεσα στην ελευθερία και τον περιορισμό.
Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η αντίφαση ότι, ως κοινωνίες, δημιουργούμε όρια και αποδεχόμαστε περιορισμούς για να συγκροτήσουμε και να προστατεύσουμε μια συλλογική ταυτότητα. Το σύνορο δεν χωρίζει απλώς δύο εδάφη. Ορίζει και ένα «Εμείς» σε σχέση με έναν «Άλλο». Καθορίζει ποιοι θεωρούνται ότι ανήκουν μέσα σε μια κοινότητα και ποιοι μένουν έξω από αυτήν. Η διάκριση αυτή, αυτό το όριο, βρίσκεται ουσιαστικά στη βάση του ορισμού της συλλογικής ταυτότητας.
Σε αυτό βρίσκω πολύ χρήσιμη την έννοια των «φαντασιακών κοινοτήτων» του Benedict Anderson. Τα περισσότερα μέλη ενός έθνους δεν θα γνωριστούν ποτέ μεταξύ τους, παρ’ όλα αυτά αισθάνονται ότι ανήκουν σε ένα κοινό σύνολο. Το σύνορο δίνει σε αυτή την κοινότητα και μια γεωγραφική μορφή. Ορίζει τον χώρο του «ανήκειν», αλλά την ίδια στιγμή δημιουργεί και τον αποκλεισμό.
Με έναν τρόπο, λοιπόν, επιλέγουμε να οργανωθούμε σε διακριτές, οριοθετημένες κοινότητες και να περιορίσουμε ένα μέρος της ελευθερίας μας, για να διεκδικήσουμε μέσα σε αυτές ασφάλεια, δικαιώματα, ευημερία ή μια καλύτερη ζωή. Χαράζουμε έτσι ένα «μέσα» και μαζί του δημιουργούμε αναπόφευκτα κι ένα «έξω». Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται και η βασική αντίφαση των συνόρων, αποτελούν ταυτόχρονα έναν μηχανισμό συλλογικής προστασίας και έναν μηχανισμό περιορισμού.

Γρηγόρης Δίγκας – Προμαχώνας, Σιντική
41°21’50.1”N 23°21’28.7”E

Φωτογραφίζοντας σύνορα, τι συλλαμβάνεις με τον φακό σου, έναν τόπο, μία γραμμή ή μία ανθρώπινη συνθήκη;
Θα έλεγα ότι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο φωτογραφίζω μια πολιτική συνθήκη και τον τρόπο που αυτή εγγράφεται στον χώρο.
Στο Borders προσπάθησα να τεκμηριώσω όσο πιο συστηματικά μπορούσα το σύγχρονο τοπίο των ελληνικών συνόρων, ώστε μέσα από αυτή τη συσσώρευση εικόνων να αναδειχθεί η πολυπλοκότητά τους. Υπάρχουν εικόνες πάνω στην ίδια τη συνοριογραμμή, είτε αυτή είναι εμφανής είτε σχεδόν αόρατη, αλλά και εικόνες πιο εσωτερικά, στην ενδοχώρα, εκεί όπου η παρουσία του συνόρου εξακολουθεί να επηρεάζει τον χώρο.
Σε κάποιες περιπτώσεις το σύνορο είναι απολύτως ορατό: ένας φράχτης, μια συνοριακή πυραμίδα, ένα φυλάκιο. Σε άλλες περιπτώσεις δεν βλέπεις σχεδόν τίποτα. Υπάρχουν όμως τόποι όπου η ίδια η ατμόσφαιρα, οι εγκαταστάσεις, η εγκατάλειψη ή οι περιορισμοί σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι το σύνορο είναι παρόν, ακόμη κι αν η πραγματική γραμμή βρίσκεται αρκετά μακριά.
Αυτό που προκύπτει τελικά είναι ότι το σύνορο δεν μπορεί να γίνει κατανοητό μόνο ως μια γεωγραφική γραμμή. Είναι μια ευρύτερη πολιτική και χωρική συνθήκη, μια ζώνη μέσα στην οποία η κρατική εξουσία, η επιτήρηση και ο έλεγχος, η ιστορία και η μνήμη, η ταυτότητα, αφήνουν τα ίχνη τους στο τοπίο. Ίσως λοιπόν να είναι πιο σωστό να μιλάμε για μια συνοριακή ζώνη, για έναν χώρο μετάβασης, παρά μόνο για μια συνοριογραμμή.

Γρηγόρης Δίγκας – Εθνικό Φυλάκιο Σαρακηνής / Σαρακηνή, Κομοτηνή
41°17’04.8”N 25°32’07.3”E

Πώς τα σύνορα γίνονται ορατά μέσα στη φωτογραφία, κυρίως όταν δεν σηματοδοτούνται, όπως τα θαλάσσια, για παράδειγμα;
Αυτό είναι ίσως ένα από τα στοιχεία των συνόρων που με ενδιαφέρουν περισσότερο. Τα σύνορα είναι μια πολιτική κατασκευή και δεν χρειάζεται να είναι ορατά για να λειτουργήσουν ως μηχανισμός άσκησης εξουσίας. Αρκεί πολλές φορές να ξέρεις ότι βρίσκονται εκεί για να αλλάξει ο τρόπος που κινείσαι μέσα στον χώρο, να αισθανθείς περιορισμό, επιτήρηση ή ακόμη και φόβο.
Στα χερσαία σύνορα το συνάντησα πολλές φορές αυτό. Η συνοριογραμμή συχνά δεν διακρίνεται καθόλου, ενώ και το τι επιτρέπεται ή τι απαγορεύεται δεν είναι πάντα ξεκάθαρο. Δεν ξέρεις πάντοτε μέχρι πού μπορείς να κινηθείς, τι μπορείς να φωτογραφίσεις ή ακόμη και αν έχεις ήδη περάσει κάποιο όριο. Αυτή η αβεβαιότητα δημιουργεί από μόνη της ένα ψυχολογικό τοπίο. Η εξουσία γίνεται αισθητή χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα να τη βλέπεις.
Στα θαλάσσια σύνορα αυτό είναι ακόμη επίσης έντονο. Κοιτάζοντας τη θάλασσα δεν υπάρχει καμία γραμμή που να δηλώνει πού τελειώνει μια επικράτεια και πού αρχίζει μια άλλη. Ο ορίζοντας μοιάζει απόλυτα ανοιχτός και, για μένα, συνδέεται σχεδόν αυτονόητα με την ελευθερία. Κι όμως, αυτός ο φαινομενικά ενιαίος χώρος είναι γεμάτος αόρατες πολιτικές γραμμές.  Γραμμές που ορίζουν κυριαρχία και δικαιοδοσία, δημιουργούν διεκδικήσεις και εντάσεις, αλλά ταυτόχρονα καθορίζουν και ποιος μπορεί να κινηθεί ελεύθερα και ποιος όχι. Η ίδια θάλασσα μπορεί για κάποιον να είναι χώρος αναψυχής και ελευθερίας και για κάποιον άλλο πεδίο διαφυγής, επιτήρησης ή ακόμη και θανάτου.
Οπότε δεν με ενδιαφέρει τόσο να κάνω το ίδιο το σύνορο ορατό στη φωτογραφία. Με ενδιαφέρει περισσότερο να δείξω τι προκαλεί η ύπαρξή του στον χώρο και στον τρόπο που τον βιώνουμε. Ίσως τελικά η δύναμή του να βρίσκεται ακριβώς εκεί, στο ότι μπορεί να μην το βλέπεις, αλλά παρ’ όλα αυτά να καθορίζει τη συμπεριφορά σου.

Γρηγόρης Δίγκας – Στις 14 Ιουνίου 2023, περίπου 50 ναυτικά μίλια ανοιχτά της Πύλου, το υπερφορτωμένο αλιευτικό σκάφος Adriana βυθίστηκε σε διεθνή ύδατα καθ’ οδόν προς την Ιταλία. Πάνω από 600 μετανάστες έχασαν τη ζωή τους. Το ναυάγιο προκλήθηκε από την προσπάθεια του Ελληνικού Λιμενικού Σώματος να ρυμουλκήσει το σκάφος έξω από την ελληνική ζώνη Έρευνας και Διάσωσης. Οι ελληνικές αρχές αρνούνται τη διενέργεια ρυμούλκησης.
Ιόνιο πέλαγος από την Πύλο
36°52’28.2”N 21°41’53.9”E

Γρηγόρης Δίγκας – Η Γαύδος αποτελεί τα τελευταία χρόνια σημείο πρώτης αποβίβασης μεταναστών από τη Λιβύη και την Αίγυπτο. Το ταξίδι διαρκεί συνήθως 3 μέρες. Λόγω του μικρού μεγέθους της και της περιορισμένης συνοριακής φύλαξης, λειτουργεί ως «πύλη» εισόδου στην ΕΕ, καθώς οι αφιχθέντες βρίσκονται πλέον σε ευρωπαϊκό έδαφος και μπορούν να ζητήσουν άσυλο στην Ελλάδα.
Παραλία Τρυπητή, Γαύδος
34°48’15.5”N 24°07’24.9”E

Τα σύνορα είναι και τόπος όπου οι άνθρωποι βιώνουν τις συνέπειες περιορισμών κι απαγορεύσεων, προσφυγικό, μεταναστευτικό ζήτημα. Ποιες ιστορίες ανθρώπων σε συγκλόνισαν και κατέγραψες με την κάμερά σου;
Η αλήθεια είναι ότι για το συγκεκριμένο project επέλεξα να μη φωτογραφίσω άμεσα ανθρώπους. Οι ανθρώπινες ιστορίες όμως και γενικότερα η ανθρωπογεωγραφία των συνόρων καθόρισαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τα μέρη που επέλεξα να φωτογραφίσω. Οι άνθρωποι μπορεί να απουσιάζουν από το κάδρο, αλλά η ιστορία τους έχει αφήσει το αποτύπωμά της στο τοπίο. Άλλες φορές μάλιστα είναι η ίδια η γνώση αυτής της ιστορίας που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε έναν τόπο. Έτσι δουλεύω γενικά στο Borders.
Η φωτογραφία που έκανα στην Πύλο είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είναι ουσιαστικά μια απλή θαλασσογραφία. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο στην εικόνα πέρα από τη θάλασσα και έναν συννεφιασμένο ουρανό. Είναι τραβηγμένη από τη στεριά, με το βλέμμα στραμμένο προς τη θαλάσσια περιοχή όπου έγινε το ναυάγιο. Η πραγματική απόσταση από το σημείο είναι τεράστια και φυσικά τίποτε από το ίδιο το γεγονός δεν είναι ορατό στη φωτογραφία. Αυτό όμως είναι και το νόημά της για μένα. Κοιτάζουμε από την ασφάλεια της στεριάς προς έναν τόπο όπου εκατοντάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Η απόσταση αυτή είναι και μέρος του πολιτικού νοήματος της εικόνας. Η εικόνα συνοδεύεται από κείμενο για το ναυάγιο και έτσι μια φαινομενικά ουδέτερη θαλασσογραφία αποκτά εντελώς διαφορετικό βάρος.
Μία από τις πιο έντονες εμπειρίες μου όμως ήταν στη Γαύδο. Είχα φτάσει αργά το απόγευμα στο ακρωτήρι της Τρυπητής για να φωτογραφίσω τον ορίζοντα, ένα αόρατο θαλάσσιο σύνορο στο νοτιότερο άκρο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Κάποια στιγμή, ενώ περίμενα να πέσει το φως, εμφανίστηκε ένα μικρό σημάδι στον ορίζοντα. Όσο πλησίαζε, άρχισε να διακρίνεται μια ξύλινη βάρκα φορτωμένη με περισσότερους από πενήντα ανθρώπους.
Μέσα σε λίγα λεπτά άλλαξε τελείως ο τρόπος που έβλεπα αυτό το τοπίο. Αυτό που για μένα ήταν ένας ανοιχτός, σχεδόν ποιητικός χώρος, για εκείνους ήταν μια διαδρομή τριών ημερών από τη Λιβύη, με στόχο να φτάσουν σε ευρωπαϊκό έδαφος αναζητώντας μια ασφαλέστερη και πιο αξιοπρεπή ζωή. Η φωτογραφία που τελικά έκανα εκεί ήταν η ξύλινη βάρκα τους, στην παραλία, χωρίς τους ίδιους μέσα στο κάδρο. Αυτή η συνάντηση άλλαξε και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμουν τη θέση και τη σημασία της Γαύδου μέσα στην αφήγηση του Borders.
Δεν είναι όμως μόνο η σημερινή μετανάστευση. Κατά τη διάρκεια της έρευνας συνάντησα πολλές αντίστοιχες ιστορίες εκτοπισμού και διαχωρισμού στη βόρεια Ελλάδα. Η χάραξη των σύγχρονων εθνικών συνόρων στα Βαλκάνια, μετά τη σταδιακή διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διαίρεσε περιοχές όπου επί αιώνες συνυπήρχαν διαφορετικές γλωσσικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές κοινότητες. Χωριά χωρίστηκαν, οικογένειες βρέθηκαν σε διαφορετικά κράτη με διαφορετικές εθνικές ταυτότητες και διαδρομές που χρησιμοποιούνταν επί γενιές διακόπηκαν. Στην Κοσοβίτσα, για παράδειγμα, η οριοθέτηση των ελληνοαλβανικών συνόρων το 1923 χώρισε τον ίδιο τον οικισμό, αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος του στην Αλβανία και την Αγία Μαρίνα στην Ελλάδα. Οικογένειες που μέχρι τότε ζούσαν στον ίδιο τόπο βρέθηκαν ξαφνικά χωρισμένες από ένα κρατικό σύνορο.
Αργότερα, στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αυτοί οι διαχωρισμοί έγιναν ακόμη πιο έντονοι με τα κλειστά και στρατιωτικοποιημένα σύνορα. Υπήρξαν μάλιστα και σύνορα μέσα στα ίδια τα σύνορα της χώρας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Απαγορευμένη και η Επιτηρούμενη Ζώνη, ιδιαίτερα στη Δυτική Θράκη, όπου οι περιορισμοί στην πρόσβαση και στη μετακίνηση χρησιμοποιήθηκαν για δεκαετίες και ως μέσο ελέγχου των μουσουλμανικών πληθυσμών και των Πομάκων.
Όλες αυτές οι ιστορίες με απασχόλησαν πολύ, γιατί δείχνουν πόσο διαφορετική είναι η πραγματικότητα των συνόρων από αυτό που βλέπουμε σε έναν σημερινό πολιτικό χάρτη. Οι γραμμές που σήμερα θεωρούμε αυτονόητες και σχεδόν φυσικές είναι αποτέλεσμα πολιτικών και ιστορικών εξελίξεων, πολλές από τις οποίες είναι σχετικά πρόσφατες. Και οι συνέπειές τους συνεχίζουν να επηρεάζουν τη ζωή των ανθρώπων πολύ πέρα από την ίδια τη συνοριογραμμή.

Γρηγόρης Δίγκας – Το διασυνοριακό πέρασμα Μυρτίσκης-Άβρεν παραμένει κλειστό για περισσότερα από 60 χρόνια. Η Βουλγαρία, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής της πορείας, έχει ήδη κατασκευάσει τον δρόμο που οδηγεί από το χωριό Άβρεν, κοντά στην πόλη Κρούμοβγκραντ, έως τα σύνορα. Από την ελληνική πλευρά, ωστόσο, δεν έχει γίνει καμία αντίστοιχη ενέργεια.
Μυρτίσκη, Οργάνη
41°19’01.1″N 25°43’36.0″E

Όταν στέκεσαι με τον φακό σου απέναντι στα σύνορα, από ποια πλευρά αισθάνεσαι ότι κοιτάς; από την πλευρά εκείνου που παρατηρεί έξω απ’ αυτά ή μέσα σ’ αυτά;
Συνειδητά επέλεξα να κοιτάζω από μέσα προς τα έξω. Σε όλες τις εικόνες όπου το σύνορο είναι εμφανές, φωτογραφίζω από το εσωτερικό της Ελλάδας προς την άλλη πλευρά. Δεν έχει τόσο να κάνει με το πού αισθάνομαι ότι ανήκω προσωπικά, όσο με τον ίδιο τον τρόπο που λειτουργεί ένα σύνορο.
Το σύνορο υπάρχει για να κρατά κάποιον έξω, αλλά την ίδια στιγμή περιορίζει και εμάς τους ίδιους μέσα. Δημιουργεί ένα «εδώ» και ένα «εκεί», κάτι οικείο και κάτι ξένο. Και από τη στιγμή που υπάρχει αυτή η γραμμή, υπάρχει και η περιέργεια να δεις τι βρίσκεται πέρα από αυτήν.
Γι’ αυτό και η προσπάθεια να φτάσω όσο πιο κοντά γίνεται και να κοιτάξω προς την άλλη πλευρά έχει κάτι σχεδόν ηδονοβλεπτικό. Κοιτάζεις τον «Άλλο» από τη σχετική ασφάλεια του δικού σου χώρου. Υπάρχει περιέργεια, αλλά και μια κάποια αγωνία, ακριβώς επειδή ξέρεις ότι υπάρχει ένα όριο που δεν μπορείς απλώς να περάσεις.
Νομίζω ότι αυτό είναι ένα από τα πράγματα που με ενδιαφέρουν περισσότερο στα όρια γενικότερα: ότι τη στιγμή που κάτι σε περιορίζει, σε κάνει ταυτόχρονα να θέλεις να δεις τι υπάρχει πέρα από αυτό. Να κοιτάξεις, να καταλάβεις, ίσως και να συναντήσεις αυτό το Άλλο από την άλλη πλευρά.

Γρηγόρης Δίγκας – Η Μαρασιά, επάνω στα ελληνοτουρκικά σύνορα, υποδέχτηκε πρόσφυγες από την Αδριανούπολη και την Ανατολική Θράκη μετά την ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923. Το 2007, η Ακαδημία Αθηνών τίμησε τη Βασιλική Λαμπίδου, που για 50 χρόνια ύψωνε καθημερινά την ελληνική σημαία. Απεβίωσε το 2011 σε ηλικία 107 ετών και ενταφιάστηκε με τιμές ενεργού αξιωματικού των Ενόπλων Δυνάμεων.
Μαρασιά, Τρίγωνο
41°40’07.7”N 26°28’12.8”E

Τι είναι αυτό που κάνει ένα σύνορο ελληνικό; η γεωγραφία, η ιστορία, η άνθρωποι ή η ιδέα; Ποια η άποψή σου για τα σύνορα;
Αν κάτι κατάλαβα μέσα από αυτά τα δέκα χρόνια, είναι ότι το σύνορο δεν είναι ένα πράγμα. Κάθε σύνορο έχει τη δική του φυσιογνωμία, τη δική του ιστορία και τη δική του μνήμη. Άλλο είναι το σύνορο με την Αλβανία, άλλο με τη Βουλγαρία, άλλο με την Τουρκία και εντελώς διαφορετική είναι η συνθήκη των θαλάσσιων συνόρων.
Αν πρέπει λοιπόν να πω τι κάνει ένα σύνορο «ελληνικό», δεν νομίζω ότι είναι η ίδια η γεωγραφία. Είναι κυρίως η ιστορία και η πολιτική που έχουν εγγραφεί πάνω σε αυτόν τον χώρο. Τα συγκεκριμένα σύνορα συμμετείχαν στη συγκρότηση της ελληνικής επικράτειας, αλλά ταυτόχρονα και στη συγκρότηση της ελληνικής ταυτότητας. Καθόρισαν ποιος βρίσκεται μέσα και ποιος έξω, ποιος θεωρείται ότι ανήκει στο «εμείς» και ποιος στον «Άλλο». Και αυτές οι διακρίσεις άφησαν συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ την ίδια τη συνοριακή γραμμή και επηρεάζουν ολόκληρες περιοχές, πληθυσμούς και συλλογικές μνήμες.
Σήμερα, τα σύνορα εξακολουθούν να έχουν πολύ ενεργό πολιτικό ρόλο. Οι φράχτες, τα συστήματα επιτήρησης, οι περιορισμοί της μετακίνησης και οι πολιτικές  γύρω από τη μετανάστευση δείχνουν ότι συνεχίζουμε να επενδύουμε σημαντικά στο λογική των συνόρων.
Για μένα, τελικά, τα σύνορα καθορίζονται περισσότερο από την πολιτική τους παρά από τη γεωγραφία τους. Η γεωγραφία μπορεί να προσφέρει χαρακτηριστικά διαχωρισμού όπως ένα ποτάμι, μια κορυφογραμμή ή μια θάλασσα· το γεγονός όμως ότι αυτό το φυσικό στοιχείο μετατρέπεται σε όριο είναι αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων. Και αυτές οι αποφάσεις διαμορφώνουν διαρκώς έναν τόπο, ακόμη και όταν η ίδια η γραμμή παραμένει αόρατη.

Γρηγόρης Δίγκας – Η Ελλάδα προσχώρησε στη Συνθήκη της Οττάβας το 2004 και δεσμεύτηκε να αφαιρέσει όλες τις νάρκες κατά προσωπικού μέχρι το 2008. Η χώρα δεν τήρησε πλήρως αυτή την προθεσμία, λαμβάνοντας διαδοχικές παρατάσεις και παραμένοντας εκτός συμμόρφωσης για πολλά χρόνια. Στον Έβρο και άλλες στρατηγικές περιοχές, εξακολουθούν να υπάρχουν ενεργά αντιαρματικά ναρκοπέδια που δεν καλύπτονται από τη Συνθήκη της Οττάβας και συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται για στρατιωτικούς σκοπούς.
Ενεργό ναρκοπέδιο
Δίλοφος, Τρίγωνο
41°41’32.2″N 26°22’18.6″E

Τι διαφορά έχει ένα τοπίο όταν το κοιτάζεις όχι ως προορισμό αλλά ως σύνορο;
Νομίζω ότι η διαφορά είναι κυρίως στον τρόπο που διαβάζεις τον ίδιο χώρο. Ένας προορισμός μπορεί να παραμένει απλώς ένα τοπίο, κάτι που βλέπεις, διασχίζεις ή επισκέπτεσαι. Όταν όμως αρχίζεις να γνωρίζεις την ιστορία του, τις μνήμες και τις ανθρώπινες σχέσεις που έχουν δημιουργηθεί εκεί, το τοπίο αποκτά συγκεκριμένο νόημα και γίνεται τόπος. Στα σύνορα αυτό συμβαίνει πολύ έντονα, γιατί η γνώση ότι μια γραμμή περνά από εκεί αλλάζει αμέσως τον τρόπο που βλέπεις το τοπίο.
Το ίδιο βουνό, το ίδιο ποτάμι ή η ίδια θάλασσα μπορούν να είναι απλώς στοιχεία ενός τοπίου. Από τη στιγμή όμως που λειτουργούν ως σύνορο, αποκτούν άλλη σημασία. Παύουν να είναι μόνο γεωγραφία και γίνονται πολιτικός χώρος.
Αυτό αλλάζει και τον τρόπο που κοιτάζω. Δεν με ενδιαφέρει μόνο τι υπάρχει μπροστά μου, αλλά τι έχει συμβεί εκεί και γιατί αυτός ο τόπος έχει τη σημασία που έχει σήμερα. Ένα φαινομενικά ήσυχο τοπίο μπορεί να συνδέεται με κάποιον πόλεμο, μια ιστορία εκτοπισμού, κάποιον αποκλεισμό ή μια πολιτική διεκδίκηση.
Το ίδιο ισχύει και για τον θεατή. Μια εικόνα μπορεί από μόνη της να μοιάζει εντελώς ουδέτερη. Όταν όμως γνωρίζεις πού βρίσκεται και τι έχει συμβεί εκεί, τη βλέπεις διαφορετικά. Η ένταξή της και μόνο σε ένα πλαίσιο για τα σύνορα τη φορτίζει πολιτικά.

Γρηγόρης Δίγκας – Οι τελευταίες μάχες του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949) δόθηκαν στον Γράμο. Ο κομμουνιστικός Δημοκρατικός Στρατός, με στήριξη από την Αλβανία και άλλες βαλκανικές χώρες, ηττήθηκε από τον ισχυρότερο Εθνικό Στρατό που υποστηριζόταν από τη Δύση. Κατά μήκος της κορυφογραμμής, σχεδόν κάθε πέτρα χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή οχυρωμάτων, χαρακωμάτων και καταφυγίων.
Σακκούλι, Γράμος
40°22’21.0”N 20°47’26.4”E

Μίλησέ μας για το φωτογραφικό βιβλίο σου: “Borders”, τη διαδικασία της δημιουργίας του και την παρουσίασή του στην Αθήνα και το εξωτερικό.
Το βιβλίο ήταν για μένα η φυσική εξέλιξη μιας τόσο μακρόχρονης φωτογραφικής έρευνας. Μετά από δέκα χρόνια είχε δημιουργηθεί ένα πολύ μεγάλο αρχείο εικόνων και πληροφοριών, που δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί με την ίδια πληρότητα μέσα από μια έκθεση ή κάποια άλλη μορφή παρουσίασης.
Στην πορεία άρχισα να αντιλαμβάνομαι αυτό το αρχείο σαν έναν κατάλογο του σύγχρονου τοπίου των ελληνικών συνόρων. Από εκεί προέκυψε και η δομή του βιβλίου. Η αφήγηση ακολουθεί γεωγραφικά τα σύνορα της χώρας και χωρίζεται σε ενότητες που αντιστοιχούν σε διαφορετικές περιοχές των χερσαίων και θαλάσσιων συνόρων. Οι 211 φωτογραφίες συνοδεύονται από συντεταγμένες, ιστορικές και πολιτικές πληροφορίες, χάρτες και τέσσερα δοκίμια.
Με ενδιέφερε πολύ το πώς θα μπορούσε η ίδια η γεωγραφία να περάσει μέσα στον σχεδιασμό του βιβλίου. Η θέση των εικόνων στη σελίδα, για παράδειγμα, δεν είναι τυχαία. Άλλες βρίσκονται ψηλότερα και άλλες χαμηλότερα, ανάλογα με τη σχετική γεωγραφική τους θέση. Με έναν αρκετά αφαιρετικό τρόπο, η ίδια η σελίδα αρχίζει να λειτουργεί λίγο σαν χάρτης.
Ακόμη και στους χάρτες επιλέξαμε να μη σχεδιάσουμε το σύνορο ως μια καθαρή γραμμή. Για μένα αυτό ήταν σημαντικό, γιατί μετά από τόσα χρόνια έρευνας είχα πλέον καταλήξει ότι το σύνορο δεν είναι απλώς μια γραμμή πάνω στον χώρο. Είναι περισσότερο μια ευρύτερη ζώνη που επηρεάζει ό,τι βρίσκεται γύρω της. Ήθελα λοιπόν και η χαρτογράφηση του βιβλίου να ακολουθεί αυτή τη λογική.
Γενικότερα ήθελα το βιβλίο να έχει κάτι από αρχείο και άτλαντα, χωρίς όμως να πάψει να λειτουργεί ως φωτογραφικό βιβλίο. Η χαρτογράφηση, η τυπογραφία, η σειρά και η θέση των εικόνων και οι πληροφορίες που τις συνοδεύουν δεν είναι απλώς σχεδιαστικές λεπτομέρειες. Είναι μέρος του τρόπου με τον οποίο διαβάζεται το έργο.
Δεν ήθελα επίσης να φτιάξω ένα βιβλίο που να βασίζεται στον άμεσο εντυπωσιασμό. Είναι ένα μεγάλο βιβλίο 328 σελίδων και θέλει χρόνο. Πολλές από τις φωτογραφίες είναι ήσυχες, ακόμη και φαινομενικά ουδέτερες. Η σημασία τους πολλές φορές εμφανίζεται μέσα από τη σχέση τους με το σύνολο του έργου. Νομίζω ότι όσο περισσότερο χρόνο αφιερώνει κανείς στο βιβλίο τόσο περισσότερα επίπεδα αρχίζει να ανακαλύπτει.
Η παραγωγή ενός απαιτητικού φωτογραφικού βιβλίου στην Ελλάδα δεν είναι εύκολη. Υπάρχει σχετικά μικρή εμπειρία στην παραγωγή σύγχρονων photobooks, ιδιαίτερα όταν το τυπογραφείο πρέπει να υποστηρίξει πολλές ειδικές λεπτομέρειες και να συμμετέχει ουσιαστικά στη διαδικασία με προτάσεις και λύσεις. Ουσιαστικά γι’ αυτό επέλεξα το βιβλίο να είναι αυτοέκδοση, μέσα από ένα νέο μου εγχείρημα, τον εκδοτικό Cyclopes Editions. Ο σχεδιασμός έγινε σε στενή συνεργασία με το Studio Hervik στη Θεσσαλονίκη και ήμουν πολύ κοντά σε όλα τα στάδια της παραγωγής, γιατί ήθελα να έχω όσο περισσότερο έλεγχο μπορούσα στο τελικό αποτέλεσμα.
Μετά την έκδοση επίσης ένα βιβλίο δεν υπάρχει από μόνο του. Χρειάζεται συνεχή δουλειά για να ταξιδέψει και να φτάσει σε διαφορετικά κοινά. Η πρώτη παρουσίαση έγινε στο Polycopies στο Παρίσι και στη συνέχεια το Borders συμμετείχε σε φεστιβάλ, εκθέσεις και επιλογές φωτογραφικών βιβλίων, όπως το FOTOFABBRICA στην Ιταλία, το Athens Photo Festival, την έκθεση ελληνικών φωτογραφικών βιβλίων του Zoetrope στο Łódź, το Encontros da Imagem, το Photometria και το VAiF. Για μένα έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ένα βιβλίο που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μπορεί να παρουσιαστεί δίπλα σε διεθνείς παραγωγές χωρίς να αισθάνεσαι ότι υστερεί σε κάτι.
Πολύ σημαντική ήταν και η παρουσίαση της έρευνας στο συνέδριο Borders: Literary, Cultural and Political Dialogues στο ΕΚΠΑ. Εκεί το έργο βγήκε από το σχετικά κλειστό περιβάλλον της φωτογραφίας και συνάντησε ένα διαφορετικό, ακαδημαϊκό κοινό. Ήταν σημαντικό για μένα να δω ότι το βιβλίο μπορεί να σταθεί και έξω από το φωτογραφικό κοινό. Ίσως τελικά αυτή να είναι και η μεγαλύτερη επιτυχία ενός έργου, να μπορεί να αφορά ανθρώπους πέρα από τον καλλιτεχνικό κόσμο και να ανοίγει μια συζήτηση μέσα στην κοινωνία.

Γρηγόρης Δίγκας

Μίλησέ μας, και για άλλο ένα συγκλονιστικό όριο που έχεις κατορθώσει να φωτογραφίσεις, το βορειότερο του πλανήτη μας, την Αρκτική.
Το 2022 συμμετείχα στο The Arctic Circle, ένα expeditionary residency στο Σβάλμπαρντ. Έμεινα συνολικά περίπου τρεις εβδομάδες στην Αρκτική, από τις οποίες οι δύο πάνω σε ένα πλοίο, χωρίς ίντερνετ ή τηλέφωνο και ουσιαστικά χωρίς επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Ήμασταν 29 καλλιτέχνες, μαζί με τους οδηγούς και το πλήρωμα, και κινούμασταν καθημερινά μέσα στο αρχιπέλαγος, κάνοντας μία ή δύο εξόδους στη στεριά με μικρές λέμβους.
Λόγω των αναβολών της πανδημίας βρεθήκαμε εκεί αρκετά αργότερα από τη συνηθισμένη περίοδο του residency. Αυτό τελικά ήταν πολύ σημαντικό για την εμπειρία. Μέρα με τη μέρα η διάρκεια του φωτός μειωνόταν πολύ γρήγορα και προς το τέλος της αποστολής ο ήλιος δεν ανέβαινε πλέον πάνω από τον ορίζοντα. Το φως εκείνη την περίοδο ήταν εξωπραγματικό, μια παρατεταμένη κατάσταση λυκόφωτος. Είχε επίσης σχεδόν τελειώσει η τουριστική περίοδος, οπότε η αίσθηση της απομόνωσης ήταν πολύ έντονη.
Πήγα εκεί έχοντας δύο θεματικές στο μυαλό μου που ήθελα να δουλέψω. Η πρώτη ήταν ο υπερτουρισμός και γενικότερα η αυξανόμενη ανθρώπινη παρουσία σε έναν τόπο που επισκεπτόμαστε ακριβώς επειδή τον φανταζόμαστε ως έναν από τους τελευταίους ανέγγιχτους τόπους του πλανήτη.
Η δεύτερη ήταν το ίδιο το τοπίο της Αρκτικής και κατά πόσο μπορούμε πραγματικά να το δούμε έξω από τις ανθρώπινες αφηγήσεις που έχουμε δημιουργήσει γι’ αυτό. Στο Σβάλμπαρντ δεν υπάρχει ένας γηγενής πληθυσμός με μακραίωνη σχέση με τον τόπο. Η ανθρώπινη ιστορία του συνδέεται κυρίως με ανθρώπους που έφτασαν από αλλού: κυνηγούς, εξερευνητές, μεταλλωρύχους, επιστήμονες και εθνικές αποστολές. Ακόμη και η εικόνα που έχουμε σήμερα για την Αρκτική έχει διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό από αυτό το βλέμμα του κατακτητή, του ανθρώπου που έρχεται απ’ έξω και προσπαθεί να οικειοποιηθεί τον τόπο. Με ενδιέφερε λοιπόν η δυνατότητα να κοιτάξεις το ίδιο το τοπίο πέρα από όλο αυτό το πολιτισμικό φορτίο.
Τελικά όμως και οι δύο αυτές κατευθύνσεις σκοντάφτουν πάνω στην κλιματική αλλαγή. Είναι σχεδόν αδύνατο πλέον να κοιτάξεις την Αρκτική χωρίς τη γνώση του πόσο γρήγορα μεταβάλλεται. Δεν ξέρω καν αν γίνεται να ξεφύγεις από αυτό.
Δεν θεωρώ ακόμη ότι έχω ολοκληρώσει αυτή τη δουλειά. Εκείνη την περίοδο δημοσίευσα ένα είδος ημερολογίου στα social media, με μία εικόνα και ένα μικρό σχόλιο κάθε ημέρα. Δεν είναι όμως αυτό το έργο που θέλω τελικά να κάνω με το υλικό. Η δουλειά για το Σβάλμπαρντ παραμένει ανοιχτή, ίσως επειδή δεν έχω ακόμη απαντήσει σε ένα ηθικό ερώτημα που με δυσκολεύει πολύ: πώς μπορείς να μιλήσεις για την ευθραυστότητα ενός τόπου όταν η ίδια σου η παρουσία εκεί συμμετέχει, έστω και σε μικρό βαθμό, στην πίεση που δέχεται; Για να βρεθώ εκεί και να φωτογραφίσω χρειάστηκε να ταξιδέψω χιλιάδες χιλιόμετρα, με αεροπλάνο και πλοίο, άρα να έχω κι εγώ ένα σημαντικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Δεν έχω βρει ακόμη τον τρόπο να εντάξω αυτή την ηθική αντίφαση μέσα στην ίδια την εργασία χωρίς να την απλοποιήσω.

Γρηγόρης Δίγκας – Svalbard – work in progress

Το δέος που ένιωσες κοιτάζοντας τον ήλιο του μεσονυκτίου, τη φαντασμαγορία του ουρανού, το Βόρειο Σέλας, τον Πολικό Αστέρα, πώς κατάφερες να το καταγράψεις με την κάμερα σου ή ένα μέρος του ίσως μένει πάντα έξω από το κάδρο;
Τον ήλιο του μεσονυκτίου, στην πραγματικότητα, δεν τον είδα. Βρέθηκα στο Σβάλμπαρντ στην αντίθετη περίοδο, όταν ο ήλιος εξαφανιζόταν σταδιακά. Μέσα σε λίγες ημέρες η διάρκεια της ημέρας μειωνόταν δραματικά και τελικά ο ήλιος έπαψε να ανεβαίνει πάνω από τον ορίζοντα. Νομίζω ότι αυτή η μετάβαση ήταν τελικά πολύ πιο σημαντική για τη φωτογραφική μου εμπειρία από οποιοδήποτε μεμονωμένο φυσικό φαινόμενο.
Είδα φυσικά το Βόρειο Σέλας. Την πρώτη φορά ήμουν μόνος, βράδυ, έξω στο κρύο, και για λίγα λεπτά εμφανίστηκε από πάνω μου. Ήταν μια πολύ δυνατή εμπειρία, αλλά δεν αισθάνθηκα ότι μπορούσα πραγματικά να τη μεταφέρω με μια φωτογραφία. Και δεν είμαι βέβαιος ότι χρειάζεται. Υπάρχουν πράγματα που ίσως έχουν μεγαλύτερη αξία ως βίωμα παρά ως εικόνα. Υπάρχει άλλωστε και ένα τεχνικό ζήτημα: η φωτογραφική μηχανή, μέσα από τις μεγάλες εκθέσεις και τον τρόπο που καταγράφει το φως, αποδίδει το Σέλας αρκετά διαφορετικά από αυτό που αντιλαμβάνεται εκείνη τη στιγμή το ανθρώπινο μάτι. Μπορεί έτσι να δημιουργήσει μια εικόνα πολύ πιο εντυπωσιακή από αυτό που πραγματικά είδες, χωρίς όμως να μπορεί να μεταφέρει το πόσο δυνατή ήταν η ίδια η εμπειρία. Με έναν τρόπο, η φωτογραφία μπορεί να δείξει περισσότερα, αλλά τελικά να πει λιγότερα. Γι’ αυτό το σημαντικό δεν είναι πόσα μπορεί να μεταφέρει η φωτογραφική μηχανή, αλλά τι θέλει να πει ο φωτογράφος.

Γρηγόρης Δίγκας – Svalbard – work in progress

Τα φωτογραφικά ταξίδια σου είναι και εξερευνητικές αποστολές, ενίοτε μάλιστα επικίνδυνες. Μίλησέ μας για τον φόβο, τον κίνδυνο. Πόσο αλλάζει η ματιά και η τέχνη σου όταν κινδυνεύεις; Τι είναι αυτό που σε κάνει να ξεπερνάς τα εμπόδια αυτά και να προχωράς;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν θεωρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο φωτογραφίζω είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Ωστόσο, στο Borders υπήρχαν κυρίως δύο είδη κινδύνου. Από τη μία, η πιθανότητα να πέσω πάνω σε παράνομη διακίνηση σε περάσματα από τη μία χώρα στην άλλη. Από την άλλη, υπήρχε πάντα το ενδεχόμενο κάποιου ελέγχου από την αστυνομία, τον στρατό ή τη συνοριοφυλακή, ιδιαίτερα κοντά σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, απαγορευμένες ζώνες ή σημεία όπου υπήρχαν περιορισμοί στη φωτογράφιση. Άλλωστε η ίδια η πράξη της φωτογράφισης των συνόρων είναι παράνομη. Αυτή η πιθανότητα υπήρχε συνεχώς στο πίσω μέρος του μυαλού μου και όχι άδικα, αφού κάποιες φορές με προσήγαγαν για έλεγχο, χωρίς ευτυχώς να προχωρήσουν σε σύλληψη.
Προσπάθησα πάντως να μη βλέπω αυτόν τον φόβο ως εμπόδιο, αλλά να τον εντάξω στην αφήγηση. Άλλωστε το σύνορο είναι ένας ενεργός χώρος άσκησης εξουσίας, ελέγχου και επιτήρησης. Το γεγονός ότι εγώ ο ίδιος αισθανόμουν ότι παρακολουθούμαι ή ότι ίσως δεν έχω δικαίωμα να βρίσκομαι εκεί ήταν, κατά κάποιον τρόπο, μέρος της εμπειρίας του ίδιου του τόπου, που ήθελα να αποτυπωθεί στις εικόνες μου, δημιουργώντας μια αίσθηση των συνόρων.
Σε κάποιες περιοχές, κυρίως στον Έβρο, όπου η φύλαξη των συνόρων είναι πολύ αυστηρή, αυτό ήταν πιο έντονο. Για ορισμένα σημεία είχα πάρει άδεια φωτογράφισης, αλλά προφανώς δεν μπορούσα να έχω άδεια για κάθε μέρος που ήθελα να φωτογραφίσω. Αυτό που με βοήθησε περισσότερο ήταν η προετοιμασία. Πριν από κάθε ταξίδι έκανα αρκετή έρευνα: ήξερα πού ήθελα να πάω, τι καιρό θα συναντούσα, ποια ώρα θα είχα το φως που ήθελα και συχνά είχα ήδη μια αρκετά σαφή ιδέα ακόμη και για το κάδρο που αναζητούσα. Έτσι, σε ορισμένες περιπτώσεις η ίδια η φωτογράφιση κρατούσε ελάχιστα, ώστε να μη μένω για πολλή ώρα εκτεθειμένος ή να τραβάω την προσοχή.
Αυτό βέβαια έχει και ένα κόστος. Η φωτογραφία τοπίου θέλει χρόνο. Θέλει να μείνεις σε έναν τόπο, να παρατηρήσεις και να αφήσεις ανοιχτό το ενδεχόμενο να προκύψει κάτι που δεν είχες προβλέψει. Όταν όμως δουλεύεις με αυτήν την πίεση, αυτός ο χρόνος μικραίνει. Ο φόβος λοιπόν δεν αλλάζει τόσο αυτό που θέλω να φωτογραφίσω, όσο τον χρόνο που μπορώ να διαθέσω για να το παρατηρήσω. Με αναγκάζει να είμαι περισσότερο προετοιμασμένος και αποφασιστικός, αλλά ίσως και λιγότερο ανοιχτός στο τυχαίο.

Γρηγόρης Δίγκας – Svalbard – work in progress

Αν ξεκινούσες σήμερα, ξανά από την αρχή, αυτές τις περιπλανήσεις, θα φωτογράφιζες τα ίδια πράγματα, με τον ίδιο τρόπο, ή όλη αυτή η περιπέτεια άλλαξε το βλέμμα σου, τον τρόπο σκέψης σου ;
Η ενδεχομενικότητα του μέσου της φωτογραφίας, ή, πιο απλά, το απρόβλεπτο, είναι για μένα βασικό μέρος της φωτογραφικής και ερευνητικής διαδικασίας. Κάθε φορά που επιστρέφεις σε έναν τόπο κάτι έχει αλλάξει: το φως, οι συνθήκες, το ίδιο το τοπίο, αλλά και όσα εσύ γνωρίζεις γι’ αυτόν. Μπορεί να προκύψει μια εικόνα που να δώσει νέα τροπή στην έρευνα και την αφήγηση.
Το ίδιο συμβαίνει και με τον ίδιο τον φωτογράφο. Μετά από δέκα χρόνια δεν κοιτάζω το Borders με τον ίδιο τρόπο που το έβλεπα όταν ξεκίνησα. Στην αρχή με ενδιέφερε περισσότερο η αναζήτηση της ελληνικής ταυτότητας στα γεωγραφικά όρια της χώρας. Στην πορεία άρχισε να με ενδιαφέρει περισσότερο το ίδιο το σύνορο, πώς λειτουργεί, πώς επιβάλλεται, πώς συνδέεται με την εξουσία και την επιτήρηση και πώς όλα αυτά αλλάζουν τον ίδιο τον τόπο αλλά και τον τρόπο που τον αντιλαμβανόμαστε.
Αν ξεκινούσα λοιπόν σήμερα από την αρχή, σίγουρα δεν θα φωτογράφιζα ακριβώς τα ίδια πράγματα ούτε με τον ίδιο τρόπο. Και νομίζω ότι αυτό είναι φυσιολογικό και επιθυμητό. Σε μια δουλειά που κρατά δέκα χρόνια δεν μπορείς να ξεκινήσεις με μια ιδέα και απλώς να την εκτελείς μέχρι το τέλος. Η ίδια η έρευνα σε αναγκάζει να αμφισβητήσεις πράγματα που πίστευες στην αρχή και πολλές φορές να αλλάξεις κατεύθυνση. Αν επέστρεφα σήμερα στους ίδιους τόπους, πιθανότατα θα έκανα ένα διαφορετικό έργο.

Γρηγόρης Δίγκας – Svalbard – work in progress

Υπάρχει ένα μέρος απ’ όσα εξερεύνησες που είπες: «εδώ θα ‘θελα να ξανάρθω!».
Φυσικά. Όλα! Θέλω να ξαναπάω σχεδόν παντού όπου έχω ήδη βρεθεί. Ίσως γιατί η ίδια η πράξη της φωτογράφισης δημιουργεί έναν προσωπικό δεσμό με έναν τόπο. Όταν έχεις αφιερώσει χρόνο για να τον παρατηρήσεις, να τον μελετήσεις και να προσπαθήσεις να τον καταλάβεις, παύει να είναι απλώς ένα σημείο στον χάρτη.
Στο Σβάλμπαρντ σίγουρα θα ήθελα να επιστρέψω, κυρίως επειδή αισθάνομαι ότι η δουλειά που ξεκίνησα εκεί δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Αν όμως έπρεπε να ξεχωρίσω έναν τόπο που θα ήθελα να εξερευνήσω πολύ περισσότερο, θα έλεγα τον Γράμο.
Ο Γράμος έχει μια εξαιρετική φυσική ομορφιά, αλλά ταυτόχρονα είναι ένας τόπος πολύ φορτισμένος ιστορικά. Εκεί γράφτηκε ένα από τα πιο σκληρά κεφάλαια του Ελληνικού Εμφυλίου και, παρότι έχουν περάσει πολλές δεκαετίες, δεν αισθάνομαι ότι αυτή η ιστορία είναι πραγματικά μακρινή. Οι συνέπειές της εξακολουθούν να υπάρχουν στη συλλογική μνήμη, στις πολιτικές ταυτότητες και στον τρόπο με τον οποίο ακόμη συζητάμε για εκείνη την περίοδο.
Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι ότι μεγάλο μέρος αυτής της ιστορίας παραμένει ακόμη πάνω στο ίδιο το τοπίο. Υπάρχουν σημεία, διαδρομές και κατάλοιπα που αν δεν γνωρίζεις τι συνέβη εκεί μπορεί να τα προσπεράσεις χωρίς να καταλάβεις τίποτα. Θα ήθελα λοιπόν να επιστρέψω με περισσότερο χρόνο και να δουλέψω πάνω σε αυτή τη σχέση ανάμεσα στο τοπίο, τη μνήμη και την ιστορία.

Γρηγόρης Δίγκας – Svalbard – work in progress

Η Κική Δημουλά λέει: « …ένα μόνο δεν μου δίνει τ’ όνειρο. Το όριο. Ως πού να κινδυνέψω “. Εσύ, ως πού θα έφτανες, αψηφώντας κάθε κίνδυνο, υπηρετώντας την τέχνη σου; ποιο το μεγάλο όραμα σου;
Δεν πιστεύω ότι χρειάζεται να φτάσεις κάπου πολύ μακριά ή να αψηφήσεις κάθε κίνδυνο για να μιλήσεις για όσα σε απασχολούν. Πολλά από τα ζητήματα που συναντάμε στις άκρες του κόσμου έχουν τις αιτίες τους πολύ πιο κοντά μας. Η υποβάθμιση του περιβάλλοντος στην Αρκτική ή οι μεγάλες μεταναστευτικές μετακινήσεις, για παράδειγμα, δεν είναι ανεξάρτητες από τον τρόπο που οργανώνουμε τις κοινωνίες μας, από τις καταναλωτικές μας επιλογές, την πολιτική μας ζωή και γενικότερα από τον τρόπο που σχετιζόμαστε με το φυσικό περιβάλλον και με τους πιο αδύναμους ανθρώπους. Μέρος αυτής της πραγματικότητας είμαστε κι εμείς. Οι επιλογές μας εδώ μπορούν να έχουν συνέπειες πολύ μακριά από εμάς.
Άρα, αν θέλω να μιλήσω για την περιβαλλοντική καταστροφή, δεν είναι απαραίτητο να φτάσω μέχρι την Αρκτική. Μπορώ να αναζητήσω τη ρίζα του προβλήματος στον ίδιο τον τρόπο ζωής μας. Το ταξίδι έχει αξία όταν με βοηθά να δω κάτι διαφορετικά.
Μέσα στα χρόνια που ασχολούμαι με τη φωτογραφία έχω καταλάβει καλύτερα γιατί χρησιμοποιώ αυτό το μέσο. Ο ένας λόγος είναι πολύ προσωπικός. Η φωτογραφία με αναγκάζει να υπάρχω πιο ενεργά μέσα στον κόσμο. Με βγάζει από την ασφάλεια και τη βόλεψή μου, με οδηγεί σε τόπους και καταστάσεις που διαφορετικά ίσως να μην γνώριζα και, κυρίως, με κάνει να παρατηρώ. Η ίδια η πραγματικότητα είναι για μένα ανεξάντλητη. Ο κόσμος γύρω μας είναι ήδη τόσο σύνθετος που δεν αισθάνομαι την ανάγκη να ταξιδέψω στην άλλη άκρη του κόσμου για να αντιμετωπίσω κάτι άλλο.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι δεν μπορώ να δω την τέχνη αποκομμένη από την κοινωνία και την πολιτική. Δεν με ενδιαφέρει να κάνω απλώς ένα όμορφο τοπίο ή ένα έξυπνο concept, αν αυτό δεν έχει κάτι να προσφέρει στη σκέψη. Δεν πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει απαραίτητα να δίνει απαντήσεις ή να γίνεται διδακτική. Θέλω όμως να θέτει ερωτήματα και, αν μπορεί, να μας κάνει να κοιτάμε λίγο διαφορετικά κάτι που μέχρι τότε θεωρούσαμε ότι γνωρίζαμε.
Δεν ξέρω αν έχω κάποιο «μεγάλο όραμα». Αυτό που θα ήθελα είναι να συνεχίσω να χρησιμοποιώ τη φωτογραφία για να πλησιάζω πράγματα που δεν κατανοώ πλήρως. Και αν μέσα από αυτή τη διαδικασία ένα έργο μπορεί να αφορά και κάποιον άλλον, να ανοίξει μια συζήτηση έξω από τον καλλιτεχνικό κόσμο και να αποκτήσει έναν κοινωνικό ρόλο, αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη ικανοποίηση που μπορώ να πάρω από τη φωτογραφία.

Γρηγόρης Δίγκας – Νεκροταφείο μεταναστών και προσφύγων
Kάτω Τρίτος, Λέσβος
39°05’28.1”N 26°26’15.9”E


Info:
Ο Γρηγόρης Δίγκας είναι φωτογράφος με ερευνητική πρακτική, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, όπου και δραστηριοποιείται σήμερα. Κατέχει διδακτορικό από το University of Brighton (2020), με το practice-based ερευνητικό έργο Ithacas, A Photographic Journey: Exile and Displacement Arising from the Greek Crisis, και MFA στη Φωτογραφία από το University for the Creative Arts, Farnham (2012).
Το έργο του διερευνά έννοιες όπως τα όρια, ο εκτοπισμός και η εξορία μέσα σε πολιτικά και πολιτισμικά πλαίσια. Μέσα από μακροχρόνια φωτογραφική έρευνα δημιουργεί αφηγήσεις που συνδυάζουν προσωπική εμπειρία, ιστορική τεκμηρίωση και θεωρητική διερεύνηση, με ιδιαίτερη έμφαση στο τοπίο και στους μηχανισμούς εξουσίας που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο το αντιλαμβανόμαστε. Εργάζεται κυρίως σε πολυετή έργα που ολοκληρώνονται σε μορφή βιβλίου.
Έχει αυτοεκδώσει δύο χειροποίητα φωτογραφικά βιβλία περιορισμένης έκδοσης, ενώ το 2025 κυκλοφόρησε από τις Cyclopes Editions το Borders. Έχει τιμηθεί με τα βραβεία Birgit Skiold Memorial Trust (2012) και PMI2 του British Council (2011). Έργα του περιλαμβάνονται στις συλλογές του Victoria & Albert Museum, του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, της Δημοτικής Πινακοθήκης Θεσσαλονίκης και του University for the Creative Arts.
www.grigorisdigas.com
Βρείτε το βιβλίο εδώ: https://www.grigorisdigas.com/product-page/borders

Γρηγόρης Δίγκας

Γρηγόρης Δίγκας