Robert Frank & Rolling Stones: Exile on Main St – Η Αισθητική της Εξορίας

Robert Frank & Rolling Stones: Exile on Main St – Η Αισθητική της Εξορίας

Γράφει ο Γιάννης Κίντζιος

Οι περισσότεροι γνωρίζουμε τον Robert Frank, τον επιδραστικό Ελβετο-αμερικανό φωτογράφο που έδωσε το δικό του στίγμα στη γλώσσα και την αισθητική της φωτογραφίας με βλέμμα συχνά ποιητικό και μελαγχολικό. Ένα βασικό του γνώρισμα, που απεικονίζεται και στο εμβληματικό λεύκωμα The Americans, είναι ότι η ματιά του δεν αναζητά την τεχνική τελειότητα αλλά την αλήθεια.

Robert Frank – Drive-In Movie, Detroit, 1955

Ο Robert Frank με τη μικρή του κάμερα 35mm είχε το χάρισμα να αναγάγει μια σύνθεση και φόρμα σε μια ποιητική εικόνα, αναδεικνύοντας την αλήθεια μέσα από την απλότητα και όχι το θεαματικό ή εντυπωσιακό. Δεν ήταν το ζητούμενο το τέλειο κάδρο ή η σωστή εστίαση, αλλά έδινε προτεραιότητα στο συναίσθημα και στην ανθρώπινη στιγμή. «Υπάρχει ένα πράγμα που η φωτογραφία πρέπει να περιέχει, και αυτό είναι η ανθρωπιά της στιγμής», όπως έλεγε και συλλάμβανε με τον φακό του χωρίς περιττές βελτιώσεις ή επιτήδευση.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, μετά την επιτυχία του “The Americans” που απεικόνιζε την αμερικανική κοινωνία με ένα βλέμμα ποιητικό, ίσως κάποιες φορές ωμό και μελαγχολικό, εγκατέλειψε ουσιαστικά τη φωτογραφία για να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο…

Robert Frank – Television Studio, Burbank, California., 1955

Σε αυτό το άρθρο θα θέλαμε να συνδέσουμε τον ιδιαίτερο Ελβετο – αμερικανό φωτογράφο, κατά τη χρονική περίοδο των νέων αναζητήσεών του μετά την καλλιτεχνική καταξίωση, με ένα θρυλικό ροκ-μπλουζ συγκρότημα στην πιο παραγωγική περίοδό του, τους Rolling Stones. Οι Stones ήταν στο απόγειο της καριέρας τους, ήδη είχαν κυκλοφορήσει το ακατέργαστα αληθινό και ειλικρινές άλμπουμ Sticky Fingers (1971) και είχαν επίσης ολοκληρώσει τις πιο γνωστές και ιστορικές τους περιοδείες τόσο στην Αμερική το 1969 όσο και στην Ευρώπη το 1970. Μπορεί κάποιος να ανατρέξει στο παρελθόν διαβάζοντας άρθρα ή παρακολουθώντας αρχειακό υλικό και ντοκιμαντέρ όπως το “Gimme Shelter”.

Robert Frank and Mick Jagger, 1972, Photo credit Jim Marshall

Ο Ρόμπερτ Φρανκ πέρασε το καλοκαίρι του 1972 διασχίζοντας την Αμερική, δουλεύοντας παράλληλα για ένα ντοκιμαντέρ (Cocksucker Blues) του σούπερ γκρουπ, το οποίο θα κατέγραφε την επόμενη μεγάλη περιοδεία του μετά την «καταστροφική» για τη φήμη τους συναυλία στο Altamont Speedway το 1969. Κατά κάποιον τρόπο, η συνεργασία αυτή αποτελούσε μια ελπιδοφόρα επιστροφή στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι τόσο για τους Stones όσο και για τον Robert Frank.

Ένα απόγευμα λοιπόν στο Λος Άντζελες, ενώ τα μέλη του γκρουπ αναζητούσαν φωτογραφίες και ιδέες που θα έντυναν το νέο τους άλμπουμ, βλέπουν να μπαίνει στο δωμάτιο ένας άνθρωπος με μια κάμερα, που θα τους ακολουθούσε κατά πόδας στην περιοδεία. Αυτός ο άνδρας ήταν ο Robert Frank . Εκείνες τις μέρες, στις κουβέντες των μελών του συγκροτήματος αλλά και των συνεργατών τους αναφερόταν συχνά η λέξη «εξορία», που λογικά αφορούσε φορολογικούς λόγους για το γκρουπ, αλλά και άλλους ιδεολογικούς ή μια συγκεκριμένη στάση ζωής. Λίγες μέρες μετά θα έβγαιναν όλοι μαζί για φωτογράφιση με τον Robert Frank στην Main Street του Λος Άντζελες και έτσι γεννήθηκε ως ιδέα ο τίτλος του επόμενου δίσκου τους: Exile on Main St.

Robert Frank – Mick Jagger, 1972

Δεν νομίζω πάντως ότι η συνεργασία αυτή ήταν τυχαία. Ο Ρόμπερτ Φρανκ, γεννημένος στην Ελβετία, μετακόμισε στη Νέα Υόρκη σε ηλικία μόλις 23 ετών. Ήταν λοιπόν και ο ίδιος «εξόριστος» ή μετανάστης, που η καριέρα του χτίστηκε πάνω στην ικανότητα να βλέπει μοναξιά και αποξένωση εκεί που οι άλλοι έβλεπαν απλώς καθημερινότητα. Φωτογράφισε μια χώρα με την μικρή του κάμερα 35mm χωρίς ουσιαστικά να ταυτίζεται ή να ανήκει πλήρως κάπου, αναδεικνύοντας την ποιητική ομορφιά της αλήθειας μέσα από την παρακμή και τον αγώνα επιβίωσης. Αντίστοιχα και οι Stones το 1972 ζούσαν κάτι παρόμοιο με τον δικό τους τρόπο. Για διάφορους λόγους (κάποιοι αναφέρονται σε φορολογικούς) είχαν μετακομίσει από την Αγγλία σε μια εξοχική κατοικία στη γαλλική Ριβιέρα, ηχογραφώντας τα αυθεντικά και ακατέργαστα μπλουζ-ροκ τραγούδια τους σε χώρους που δεν θύμιζαν σε τίποτα σύγχρονα στούντιο, αλλά απέπνεαν την ατμόσφαιρα από σκοτεινά και υγρά υπόγεια.

Η συνάντησή τους λοιπόν στην Αμερική, καθώς φάνηκε εκ του αποτελέσματος, ήταν καταλυτική για την πορεία και των δύο μερών. Η ματιά του Frank ταίριαζε σε αυτή την κατάσταση σαν γάντι . Μόνο η ειλικρίνεια και η απλότητα του Frank θα μπορούσε να αποτυπώσει με τον πιο πειστικό και αυθεντικό τρόπο την ψυχή αυτής της μουσικής που αναβλύζε πίσω από την αγριότητα και τη γοητευτική παρακμή που υπήρχε μπροστά του.

Robert Frank – Tattoo Parlor, 1958

Ενώ λοιπόν η γνωριμία των Stones με τον Robert Frank ήταν σε εξέλιξη, και με αφορμή τη συνάντηση αυτή στο δωμάτιο όπου γινόταν το brainstorming για το φωτογραφικό υλικό του εξωφύλλου, ο Van Hamersveld (graphic artist και designer) βρέθηκε να κρατά στα χέρια του παλιό αρχειακό υλικό του Frank, καλούμενος να το μετατρέψει σε κάτι που να αντιπροσωπεύει ολόκληρο το άλμπουμ. Σε μια λοιπόν συνάντηση με τον Marshall Chess (manager των Stones), θερμό θαυμαστή της δουλειάς του Robert Frank στο “The Americans”, αποφασίστηκε η δημιουργία ενός εξωφύλλου βασισμένο στη φωτογραφία “tattoo parlor” που τραβήχτηκε από τον Robert Frank στα τέλη των 50s’. Η φωτογραφία αυτή είχε τραβηχτεί στο Hubert’s Museum (Flea Circus) στην Times Square της Νέας Υόρκης. Ο ιστορικός αυτός χώρος λειτουργούσε έως το 1965 ως καλλιτεχνικός χώρος πρωτότυπων θεαμάτων, freak και sideshows. Η διάταξη, όπως βλέπουμε, των φωτογραφιών δεν αποτελεί ένα κολάζ που δημιούργησε ο Robert Frank, αλλά πρόκειται για μία και μοναδική, ενιαία φωτογραφία που τράβηξε ο Frank τη δεκαετία του 1950 στον γνωστό χώρο, αποτυπώνοντας έναν τοίχο γεμάτο εικόνες. Οι μεμονωμένες μικρές φωτογραφίες που βλέπουμε κολλημένες στον τοίχο ανήκουν σε διάφορους φωτογράφους της εποχής, καθώς και σε προωθητικό υλικό του ίδιου του μουσείου.

Μάλιστα, υπάρχουν διάφορες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες που αποδεικνύουν αυτή τη μίξη: όπως π.χ. στην τρίτη σειρά, ακριβώς στο κέντρο, η σκοτεινή φιγούρα που κοιτάζει έντονα, ο Hezekiah Trambles (γνωστός ως The Jungle Creep), είναι μια πασίγνωστη λήψη της Diane Arbus, η οποία επίσης σύχναζε εκεί και φωτογράφιζε τα νούμερα του μουσείου. Στην πρώτη σειρά αριστερά επίσης βρίσκεται ο Three Ball Charlie (Τσάρλι ο Τρίμπαλος), ένας διάσημος καλλιτέχνης του τσίρκου και των sideshows από τη Νεμπράσκα της δεκαετίας του 1930, ο οποίος είχε την ικανότητα να βάζει ταυτόχρονα στο στόμα του μια μπάλα του τένις, μια μπάλα του γκολφ και μια μπάλα μπιλιάρδου με τον αριθμό 5..

Εκτός του εμπροσθόφυλλου, δημιουργήθηκαν ένα εσωτερικό ένθετο (gatefold) και το οπισθόφυλλο. Το εικαστικό τους περιεχόμενο περιλαμβάνει φωτογραφίες των Rolling Stones στο Λος Άντζελες το 1972, οι οποίοι εμφανίζονται εξίσου περιθωριακοί, ακατάστατοι και απόκοσμοι, μοιάζοντας με τους χαρακτήρες του Hubert’s Museum, καθώς και φωτογραφίες από το βιβλίο The Americans και άλλες λήψεις της ίδιας περιόδου του Robert Frank.

Μέσα από το βλέμμα του Robert Frank αλλά και την καλλιτεχνική διαίσθηση του Van Hamersveld, ο δίσκος απέκτησε μια φωνή που ακούγεται εξίσου δυνατά με τις κιθάρες του Richards. Η χρήση της φωτογραφίας με τίτλο Tattoo Parlor του Robert Frank για το ντύσιμο του εξωφύλλου ανέτρεψε το στερεότυπο χρήσης της εικόνας της μπάντας ή του καλλιτέχνη στο κέντρο του δίσκου, αποδεικνύοντας πως μια ιδέα ή μια «κατάσταση» μπορεί να είναι πιο δυνατή από μια φωτογραφική πόζα.

Rolling Stones – Album cover “Exile On Main St.”

Πενήντα πέντε χρόνια μετά, κάποιοι από εμάς εξακολουθούμε να επιστρέφουμε σε αυτόν τον παράξενο τοίχο με τις σκισμένες φωτογραφίες. Όχι επειδή είναι εικαστικά όμορφος, αλλά γιατί ίσως μας θυμίζει αυθεντικές στιγμές που γεννιούνται στα περιθώρια του αδιανόητου τσίρκου αυτού του κόσμου.

Και ο Robert Frank ήταν εκεί, είδε το έτοιμο κολάζ στον τοίχο, αναγνώρισε την αισθητική του αξία, έστησε την κάμερά του και το φωτογράφισε.