Όταν μιαν Άνοιξη χαμογελάσει (ΙΙ)

Όταν μιαν Άνοιξη χαμογελάσει (ΙΙ)

photo: Αιμιλία Μπαλάσκα

Δεν έχω βιογραφία
για να αναγνωρίσω δυο μυστήρια μάτια και να πιστέψω.
Δεν έχω μια ιστορία
μοναδική και ξεκάθαρη,
στην οποία ένας ξένος θα μπορούσε να πιστέψει και να την κάνει δική του.
Δεν έχω παγιωμένα φυσικά χαρακτηριστικά
για να πετάξω μακριά από τούτη τη βαρύτητα και να πιστέψω.

Ίσως ν’ αρχίσω ήδη από τώρα να πεθαίνω,
προτού ο άνθρωπος που στέκει μπροστά μου σημαδέψει με το τουφέκι του μ’ ακρίβεια
και ξεμπερδέψει
και ξεμπερδέψω.

Σιωπή…
” Μήπως είσαι ψάρι ; “

Δεν απάντησα όταν με ρώτησε η θάλασσα,
κι αγνοούσα από πού έρχονταν τούτα τα κοράκια
που όρμησαν πάνω στη σάρκα μου.
Θα ήταν άραγε λογικότερο
αν είχα απαντήσει: ναι,
ότι τα κοράκια ετούτα έχουν, παρ’ όλα αυτά,
ορμήσει με λύσσα πάνω στο ψάρι;

Διέσχισα
χωρίς να διασχίσω;

Ο θάνατός μου με διαπέρασε,
η σφαίρα του σκοπευτή
με διαπέρασε
κι έγινα άγγελος
στα μάτια μιας ολάκερης πόλης :
πελώριας,
πιο απέραντης κι απ’ τα όνειρά μου
πιο απέραντης από τούτη δω την πόλη.

Έγινα ο άγιος του ποιήματος
στα μάτια ενός δάσους
όταν έκανα τον ερημίτη,
θεωρώντας ένα κυπαρίσσι προσφορά.
Μια κόλαση πορτοκαλιά, στα μάτια ενος τουφεκιού,
κι ένα άλλο σύμπαν, ήμουν,
κι απέγινα,
στα μάτια του Θεού, ένας κόσμος χωριστός.

Εντέλει όμως
είμαι ένα ψάρι –
είναι που με πήρε είδηση
ο σκοπευτής
κι είναι κι αυτό που αναζητούσα
στο πρόσωπο του ανθρώπου που έφερε τα μάτια μου,
και απέτυχα να βρω
ψηλαφώντας τα βράγχια μου.

Κι ομολογώ :
Είπα ψέματα
όταν είπα ότι ο θάνατος ήταν απαίσιος.
Ο θάνατος είναι γλυκύτατος.
Μα κανείς από όλους εμάς δεν έχει ακόμη
γευτεί τη νοστιμιά του.

(Fatma Hassona, “Ο άνδρας που έφερε τα μάτια της” από “Τα μάτια της Γάζας “
Μετάφραση, Σπύρος Γιανναράς)