Ήταν του Μάη το πρόσωπο (ΙΙΙ)

Ήταν του Μάη το πρόσωπο (ΙΙΙ)

photo: Edward Steichen

Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα να σου στείλω λίγο ψωμί. Μαζεύω
με το σπασμένο χέρι μου ό,τι έμεινε απ’ τον ήλιο
να σου το στείλω να ντυθής. Έμαθα πως κρυώνεις.
Την πράσινή σου φορεσιά να τη φορέσης την Λαμπρή.
Θα τρέξουν μ’ άνθη τα παιδιά. Θα βγουν τα περιστέρια
κι η μάνα σου με μια ποδιά, πλατιά, γεμάτη αγάπη.
Πάρε όποιο δρόμο, όποια κορφή, ρώτα όποιο δένδρο θέλεις.
Μ’ ακούς; Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στην καρδιά μου.
Μην ξεχαστής κοιτάζοντας το φως. Τ’ ακούς; Ναρθής!
 
(Νικηφόρος Βρεττάκος)