Φωτογραφία και μνήμη
Φωτογραφία και μνήμη
Εικόνες, αναλαμπές και επανερμηνείες του χρόνου
Γράφει ο Γιάννης Κίντζιος*
Οι φωτογραφίες απεικονίζουν στιγμές που προορίζονταν να μείνουν στη μνήμη. Όχι βέβαια όλες στον ίδιο βαθμό, αλλά σίγουρα οι φωτογραφίες που προορίζονταν ως αναμνηστικές επιδιώκουν μια συνάντηση με το παρόν, πολλές φορές τραυματική, αλλά με τρόπο που τις απελευθερώνουν από την λήθη.
Βέβαια σήμερα το νόημα μιας φωτογραφίας μπορεί να επανερμηνευτεί ή να επαναδιατυπωθεί.
Κάθε φωτογραφία ανήκει σε μια ξεχωριστή στιγμή και οφείλει τις ιδιότητές και το νόημά της σε συγκεκριμένες συνθήκες παραγωγής, σε συμβάσεις και θεσμούς που μπορεί να μην κατανοούμε εύκολα σήμερα. Συνεπώς είναι αναγκαία η επανερμηνεία της ως εικόνα.
Στιγμές, άνθρωποι, γεγονότα και τοπία ερμηνεύονται “φωτογραφικά” ανάλογα με τους χειρισμούς, τις συσκευές (αναλογικού ή ψηφιακού τύπου) , το θεσμικό πλαίσιο, τις επιτρεπτές παραμορφώσεις αλλά και τους θεσμοθετημένους κανόνες και τεχνικές διαδικασίες της εκάστοτε εποχής.
Δεν γνωρίζουμε λοιπόν κατά πόσο είναι εφικτή η ανάκτηση της πραγματικότητας όπως θα την επιθυμούσε ο Ρόναλ Μπάρτ, που ιδανικά θα ανακτούσε νοσταλγικά και με βεβαιότητα ότι έχει απολεσθεί θεμελιώνοντας την φωτογραφικό ρεαλισμό. Ίσως σήμερα αντικρύζοντας μια φωτογραφία να είμαστε παρατηρητές μιας πραγματικότητας όχι του παρελθόντος αλλά των νέων παρόντων νοημάτων και διαλογικών συστημάτων.
Δηλαδή η φωτογραφία επαναπροσδιορίζει το “παλιό” δίνοντάς του νέο νόημα και επιτρέποντάς του να επιβιώσει και να ευδοκιμήσει σε ένα νέο πλαίσιο αναπαράστασης.
Την φωτογραφία ως στοιχείο καταγραφής με “αποδεικτική δύναμη” θα πρέπει να την εξετάζουμε λαμβάνοντας υπόψη τις σημερινές τεχνικές, διαδικασίες, θεσμούς, κοινωνικές , ατομικές συμπεριφορές και κοινωνικές σχέσεις.
Η δεικτική δύναμη της φωτογραφίας, που αδιαμφησβήτητα υπάρχει σε όλες τις μορφές της από την αναλογική ως και την σημερινή μορφή, υπόκειται σε νέες μοντέρνες ερμηνείες ( φιλοσοφικές, ιστορικές, κοινωνικές ) προσαρμοσμένες στην σύγχρονη εποχή.
Από την φωτογραφία τύπου Kodak, έως τις selfie των smartphones αλλά και τις φωτογραφίες ψηφιακών παιχνιδιών η ανάγκη τεκμηρίωσης, καταγραφής και αποθήκευσης εξακολουθεί να υπάρχει όπως και η ιδιότητα της φωτογραφίας ως στοιχειό σημειωτικής και αισθητικής ανάλυσης. Αυτό που σίγουρα δεν έχει επιτευχθεί, μετά την έλευση των ψηφιακών φωτογραφικών μηχανών, είναι ο θάνατός της ( μια τέτοια ανησυχία εκφράστηκε από αρκετούς θεωρητικούς την εποχή των 90s και στις αρχές του 2000 ).
Ο Ζακ Ντεριντά σημειώνει ότι το άγχος για τη μνήμη έχει πάντα ένα στοιχείο θανάτου ή “απώλειας” και η φωτογραφία όπως και ένα σημειωματάριο έχει την θέση της χρονομηχανής που αναπαράγει την ανάμνηση υποβοηθώντας το ανθρώπινο μνημονικό. Έτσι και αλλιώς με κάθε “τεχνολογικό” εργαλείο ο άνθρωπος τελειοποιεί τα φυσικά του όργανα είτε κινητικά είτε αισθητήρια όπως για παράδειγμα μέσω των γυαλιών διορθώνει ελαττώματα της όρασης.
Η φωτογραφία που διεγείρει τις αναμνήσεις συνδέει , γεφυρώνει το παρελθόν, την τότε ιστορική πραγματικότητα με το σήμερα δίνοντας στην εικόνα μια σύγχρονη ταυτότητα. Είναι ένας διάλογος με τον χρόνο.
Η φωτογραφία δεν διασώζει το παρελθόν· το καθιστά αναγνώσιμο στο παρόν. Ανανεώνει τα ίχνη της αύρας του παρελθόντος τα οποία ανασυντίθενται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με την εποχή ( αναλογική, ψηφιακή, Social Media κλπ ). Όπως είπε και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν «η αληθινή εικόνα του παρελθόντος περνά φευγαλέα» και γίνεται αναγνώσιμη μόνο ως αναλαμπή στο παρόν.
Βέβαια γεννώνται διάφορα ερωτήματα ή και σκέψεις γύρω από την επίδραση της φωτογραφίας στην ανάκληση της μνήμης. Είναι μια εικόνα αρκετή για να διεγείρει “ολοκληρωτικά” τις αναμνήσεις μόνο μέσω τις οπτικής προβολής ; Οι αναμνήσεις μπορεί να είναι μόνο εικόνες ;
Αν θεωρήσουμε ότι οι αναμνήσεις συνδέονται με περισσότερες αισθήσεις – εκτός από τις εικόνες – όπως την όσφρηση , την αφή , την γεύση, την ακοή τότε μπορούμε να πούμε ότι μια οπτική αναπαράσταση δεν είναι μια ολοκληρωτική εμπειρία και δεν προκαλεί τα πιο ισχυρά συναισθήματα. Ας θυμηθούμε τις μυθικές μαντλέν του Μαρσέλ Προυστ. Το «επεισόδιο των μαντλέν» αφορά το θέμα της ακούσιας μνήμης. Μια μπουκιά μαντλέν είναι αρκετή για να μεταφέρει τον αφηγητή σε μια εκτεταμένη ονειροπόληση όπου βιώνει έντονα το παρελθόν ως ταυτόχρονο μέρος του παρόντος. Η γεύση του μπισκότου πυροδοτεί την ακούσια μνήμη.
Όμως γιατί το επεισόδιο των μαντλέν μας ενδιαφέρει φωτογραφικά ; Ίσως αυτό το γεγονός για τους φωτογράφους αλλά και τους θεωρητικούς αυτής της τέχνης να μπορεί να κατανοηθεί και να αξιοποιηθεί συνδέοντας το με τον “Φωτεινό Θάλαμο” του Ρολάν Μπαρτ. Το punctum ίσως τελικά συμβάλλει στην ενεργοποίηση της ακούσιας μνήμης και το studium της εκούσιας και αυτό έχει σημασία προσδίδοντας αξία στην συμβολή του φωτογράφου στην ενίσχυση του συναισθήματος του θεατή.
Το “studium” αφορά μια μαρτυρία, ένα ντοκουμέντο που πιθανό να το βιώνουν όλοι οι θεατές με τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο ενώ το punctum είναι αυτό που ερεθίζει, κεντά , προκαλεί προσωπικό αντίκτυπο και διαφορετικές ίσως αντιδράσεις ανά θεατή.
Σαν τροφή για σκέψη μετά την αναφορά μου στο punctum του Ρόναλ Μπαρτ και την ακούσια μνήμη του Προυστ θα πρόσθετα και το οπτικό ασυνείδητο του Μπένγιαμιν ( optical unconscious ) οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι μια λεπτομέρεια της φωτογραφίας ενεργοποιεί μνήμη χωρίς πρόθεση και απακαλύπτει πράγματα που το ανθρώπινο μάτι δεν συνειδητοποιεί.
Σε αυτό το σημείο λοιπόν νομίζω ότι θα πρέπει να αναφέρθουμε και στη καταλυτική συμβολή του φωτογράφου για την αποτύπωση του φωτογραφικού γεγονότος μέσα από το βλέμμα του αναδεικνύοντας την σημασία του φαινομενικά κοινότυπου ή ασήμαντου δημιουργώντας ένα νέο φωτογραφικό γεγονός.
Η ανάμνηση ενεργοποιείται μέσα από την συναισθηματική ένταση, την ειλικρινή προσέγγιση και την πρόθεση δημιουργίας διαλόγου με τον θεατή μέσω υπαινιγμών, αφαιρέσεων αλλά και προεκτάσεων δημιουργώντας πολλαπλές αναγνώσεις.
Κάποιος είπε ότι “μερικές φορές δεν θα καταλάβεις ποτέ την πραγματική αξία μιας στιγμής μέχρι να γίνει ανάμνηση” . Ίσως τελικά η φωτογραφία ακριβώς αυτό να υπηρετεί , δηλαδή την ανάδειξη της αξίας μιας στιγμής του παρελθόντος.
*Βιογραφικό
Ο Γιάννης Κίντζιος γεννήθηκε στην Αθήνα, μεγάλωσε στην Καλλιθέα και σπούδασε Μάρκετινγκ και Διαφήμιση. Ασχολείται επαγγελματικά με το αντικείμενο της Επικοινωνίας και εργάζεται σήμερα σε διαφημιστικές εταιρείες και νεοφυείς εταιρείες τεχνολογίας και μάρκετινγκ. Για αρκετά χρόνια επίσης, ως πρωτοπόρος στο αντικείμενο και τις πρακτικές του Performance Marketing, διετέλεσε ομιλητής σε συνέδρια και εισηγητής σεμιναρίων του κλάδου. Σήμερα, με την εμπειρία και τις γνώσεις του, προετοιμάζει νεότερα στελέχη για την ένταξή τους στον χώρο της διαδραστικής διαφήμισης, μεταδίδοντας γνώσεις και επιτυχημένες εφαρμοσμένες τακτικές. Ασχολείται, ακόμη, με τη μουσική και τη φωτογραφία, συμμετέχοντας σε εκθέσεις αλλά και τον αθλητισμό λαμβάνοντας μέρος σε αγώνες Μαραθωνίου.








