Κυριακή μεσ’ τον χειμώνα (V) – Το χρυσό δαχτυλίδι

Κυριακή μεσ’ τον χειμώνα (V) – Το χρυσό δαχτυλίδι

Το χρυσό δαχτυλίδι

Ένα αλληγορικό κείμενο για τη φωτογραφία

Γράφει ο Γιάννης Καρπούζης*
Φωτογράφος, Σκηνοθέτης, Ποιητής

Ένα μεσημέρι στα τέλη του περσινού Ιουνίου, παρκάραμε το αμάξι με τη γυναίκα μου στην οδό Στουρνάρη. Πρόσφατα είχε τελειώσει η επώδυνη καραντίνα και είχαμε όρεξη για μία μικρή βόλτα. Φύσαγε λίβας. Αφού είχαμε βρει ανέλπιστα θέση για το αμάξι, μπήκαμε να περπατήσουμε στο παλιό Πολυτεχνείο. Η ζέστη ήταν αφόρητη αλλά εμείς μπήκαμε. Κάναμε μία γύρα και καταλήξαμε στον όμορφο χώρο του νέου Αίθριου, στον οποίο είχε πλέον μεταφερθεί μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων της Αρχιτεκτονικής σχολής (στα φοιτητικά μου χρόνια το Αίθριο ήταν κλειστό λόγω εργασιών αλλά στα γεγονότα του Δεκέμβρη σπάσαμε την περίφραξη και ο χώρος είχε μεταβληθεί από εργοτάξιο σε κέντρο αγώνα). Πολλοί τελειόφοιτοι φοιτητές και φοιτήτριες της σχολής ήταν μαζεμένοι στον χώρο του Αίθριου, γιατί επρόκειτο για ημέρα παρουσίασης διπλωματικών εργασιών. Πληροφορήθηκα από κάποιον ότι σε λίγο θα ξεκινούσε μία υπεράσπιση μίας Διπλωματικής εργασίας και στην επιτροπή θα βρισκόταν ίσως για τελευταία φορά ο παλιός και αγαπημένος καθηγητής Τ. Π.. Παρότρυνα την γυναίκα μου να μπούμε και να ακούσουμε την υπεράσπιση και τον επερχόμενο διάλογο, κυρίως για να δούμε τον Τ. να μιλάει. Να σημειωθεί εδώ ότι η ημέρα της παρουσίασης της Διπλωματικής εργασίας είναι μία έντονη, απαιτητική και εξαντλητική διαδικασία για τον τελειόφοιτο φοιτητή. Ειδικά στην σχολή της Αρχιτεκτονικής, οι φοιτητές προετοιμάζονται πάνω από ένα χρόνο για αυτήν την ημέρα και η παρουσίαση περιλαμβάνει πλήθος μακετών, τεχνικών σχεδίων, πινακίδων ακόμα και μικρών καλλιτεχνικών έργων. Κάναμε τον γύρο της αίθουσας για να δούμε τα πανέλα: το θέμα ήταν «ανάπλαση τοπίου»  στην περιοχή της Βοϊδοκοιλιάς. Η πρόταση περιλάμβανε την κατασκευή ενός τεράστιου υπερυψωμένου δαχτυλιδιού μέσα στον βιότοπο όπου θα χρησίμευε για πεζοπορίες και ποδηλασία πάνω από το νερό της λίμνης. Η φοιτήτρια που παρουσίαζε ήταν γύρω στα 25. Δεν θα την έλεγες πολύ όμορφη, αλλά σίγουρα δεν πέρναγε αδιάφορη: είχε μαύρα ίσια μαλλιά πιασμένα σε κότσο, μεγάλο στήθος που το τόνιζε ένα υπέροχο φόρεμα, αρχαιοελληνικά καφέ σανδάλια και χρυσά κοσμήματα. Σήμερα είναι η μέρα της, σκέφτηκα. Κάτσαμε όλοι στα σκαμπό γύρω από τους πάγκους εργασίας και η διαδικασία ξεκίνησε. Παρά το μεγάλο άγχος της και την ασφυκτική ζέστη, η κοπέλα παρουσίασε άριστα το θέμα. Ο λόγος τότε πέρασε στο κοινό, κανένας δεν μίλησε, οπότε ξεκίνησε να τοποθετείται η πενταμελής επιτροπή. Ο επιβλέπων της κοπέλας, ένας δανδής λίγο μεγαλύτερός μου με εκκεντρικό στυλ, βρισκόταν σε ετοιμότητα να αποκρούσει τα οποιαδήποτε βέλη της επιτροπής. Η κοπέλα κάθισε σε ένα σκαμπό φανερά αγχωμένη για την συνέχεια και άρχισε να παίζει με ένα όμορφο χρυσό δαχτυλίδι στον αριστερό παράμεσο. Η κριτική ξεκίνησε. Υπήρξαν πολλές διαφωνίες αλλά αναγνωρίστηκε ότι η κοπέλα είχε κάνει δουλειά, όχι για έναν αλλά για δύο άτομα, και αυτό ήταν πραγματικά αξιέπαινο. Κανένας ενθουσιασμός αλλά το πράγμα προχωρούσε. Η κοπέλα συνέχισε νευρικά να βάζει και να βγάζει το χρυσό δαχτυλίδι από τον παράμεσο. Τότε τον λόγο πήρε ένας γέρος από την επιτροπή (δεν τον είχα ξαναδεί) και άρχισε να αποδομεί την όλη προσπάθεια. Στεκόταν με πείσμα στις διαφωνίες που είχαν διατυπωθεί μέχρι τότε και τις μεγέθυνε και έτσι όλοι άρχισαν να αμφιβάλουν για την εργασία. Όσο προχωρούσε η ώρα, ο γέρος ξεσπάθωνε έντονα ενάντια στην προτεινόμενη παρέμβαση, φτάνοντας να πει πως ο δαχτύλιος πεζοπορίας που σχεδίασε η φοιτήτρια ήταν τόσο χοντροκομμένος, που μπορεί να φαίνεται και από το διάστημα. Όλοι προβληματίστηκαν διπλά με αυτό το σχόλιο και η κοπέλα δεν μπορούσε να απαντήσει ικανοποιητικά. Το σφυροκόπημα συνεχίστηκε και η φοιτήτρια είχε κοκκινίσει από τη ζέστη και την αγωνία – χωρίς ωστόσο να φαίνεται ούτε στάλα ιδρώτα πάνω της. Τα δεξί της χέρι νευρικά έβαζε και έβγαζε το δαχτυλίδι από τον παράμεσο. Όλα κρέμονταν σε μια κλωστή. Η αμηχανία ήταν διάχυτη. Ο γέρος συνέχισε να φωνάζει ενάντια στην επέμβαση στον βιότοπο. Και τότε, σε μια στιγμή, το δαχτυλίδι έφυγε από το χέρι της κοπέλας. Πετάχτηκε στον αέρα, προσγειώθηκε μακριά της και άρχισε να κυλάει στο πάτωμα. Όλοι πάγωσαν. Ακόμα και ο γέρος. Ο χρόνος ο ίδιος πάγωσε. Εγώ που την κοίταζα προσεχτικά είδα όλη την κίνηση του δαχτυλιδιού, πώς έφυγε στον αέρα και τι πορεία ακολούθησε έπειτα. Είχα παγώσει κι εγώ. Έβλεπα τον χρυσό δαχτύλιο να κυλάει, τόσο μικρό κι όμως τόσο διακριτό ανάμεσα σε όλα τα άλλα πράγματα της αίθουσας. Μέσα μου τότε σκέφτηκα, λες; λες να είναι το Ένα; Σαν να με άκουσε, το δαχτυλίδι σταμάτησε να κυλάει δίπλα μου. Οι καθηγητές τότε άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί: τι έγινε και πού είναι το δαχτυλίδι, ότι η φοιτήτρια έπρεπε να το πιάσει ή ότι δεν πρέπει να χαθεί. Αλλά η κοπέλα είχε παγώσει. Δεν μπορούσε να σηκωθεί εκείνη την στιγμή να περπατήσει και να σκύψει να πιάσει το δαχτυλίδι που, άγαρμπα, στιγμές πριν, της έφυγε από τα χέρια. Η όμορφη, η ατόφια εικόνα της θα έσπαγε και αυτό θα ήταν σαν να επιβεβαιώνει τον γέρο που κατηγορούσε την αρχιτεκτονική της σκέψη, ως χοντροκομμένη και αφελή, μία εντυπωσιακή πρόσοψη που είναι από πίσω άδεια. Καθισμένος στο σκαμπό χαμήλωσα λίγο, άπλωσα το χέρι και με φόβο έπιασα το δαχτυλίδι. Όλη η αίθουσα γύρισε και με κοίταξε. Ξανά σιωπή. Η σύζυγος, μού έριξε ένα σκληρό βλέμμα που με εκβίαζε να επανέλθω στην τάξη. Σήκωσα το δαχτυλίδι και το έσφιξα μέσα στη γροθιά μου. Ήμουν σίγουρος ότι θα νιώσω την ενέργειά του να διαπερνά το σώμα μου ή ότι σκοτεινά οράματα από τα πέρατα της ύπαρξης θα πλημμυρίσουν τον νου μου. Όμως δεν ένιωσα τίποτα. Σηκώθηκα, πλησίασα την κοπέλα και της έδωσα πίσω το δαχτυλίδι. Εκείνη δεν με κοίταξε καν. Η κουβέντα γύρω από την εργασία της σαν να ξεκίνησε από την αρχή. Ο γέρος είχε σταματήσει τις φωνές.

*Το κείμενο αυτό αποτέλεσε μέρος του αφιερώματος του photologio για την Παγκόσμια Ημέρα της Φωτογραφίας (19.8.2021) 
https://www.photologio.gr/photo%ce%b8%ce%ad%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%82/world-photo-day-2021/.