H πρωτοτυπία στη φωτογραφία (με αφορμή δικαστηριακή απόφαση)

H πρωτοτυπία στη φωτογραφία (με αφορμή δικαστηριακή απόφαση)

Η φωτογραφία συνιστά πνευματικό δημιούργημα που εφόσον είναι πρωτότυπο αποτελεί «έργο» σύμφωνα με τον Ν 2121/1993 και χρήζει προστασίας. Τούτο δε, ισχύει όχι μόνο για τα φωτογραφικά έργα αλλά για όλες τις φωτογραφίες.

Όταν ένας φωτογράφος φωτογραφίζει ήδη έτοιμο προϋπάρχον φωτογραφικό υλικό, είναι δυνατό η επεξεργασία στην οποία προβαίνει ο φωτογράφος να παρουσιάζει πρωτοτυπία και, επομένως, το τελικό αποτέλεσμα των φωτογραφικών έργων που παραδίδει ο φωτογράφος να αποτελούν νέα έργα σύμφωνα με το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας.

Το θέμα της πρωτοτυπίας έχει απασχολήσει αρκετές φορές τα εθνικά και ενωσιακά δικαστήρια ειδικότερα όταν υπάρχει ανάθεση φωτογράφισης.

Όμως θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στις συμβάσεις ανάθεσης φωτογράφισης που υπογράφονται και να καταγράφονται λεπτομερώς οι όροι έτσι ώστε να αποφεύγεται η ασάφεια ή/και η αοριστία στις σχετικές συμφωνίες μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.

Μια υπόθεση σχετική με την πρωτοτυπία στη φωτογρφία απασχόλησε το Εφετείο Αθηνών, την οποία σχολιάζει η νομικός Εύη Γ. Τσεκούρα.


Ι. Δεδομένα της απόφασης Εφετείου Αθηνών 4711/2018:

Ένδικη διαφορά που αφορά σε αγωγή που άσκησε φωτογράφος κατά της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε.

Μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών δυνάμει του οποίου παρεχόταν στην εναγόμενη εταιρεία άδεια αποκλειστικής εκμετάλλευσης των έργων που θα δημιουργούσε ο φωτογράφος για διάστημα οκτώ ετών.

Ο ενάγων φωτογράφος ισχυρίσθηκε ότι παρά την παρέλευση της διάρκειας ισχύος της ανωτέρω σύμβασης, η προαναφερθείσα εταιρεία συνέχισε να χρησιμοποιεί πέντε έργα που ο ίδιος δημιούργησε ως μέρος των συμβατικών του υποχρεώσεων, προσβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας του επ’ αυτών.

Με αυτήν την ιστορική βάση, ο ενάγων αξίωσε την καταβολή αποζημίωσης ανερχόμενης σε ποσό διπλάσιο της αμοιβής που συνήθως καταβάλλεται για τη χρήση αυτή.

Επικουρικά, αξίωσε την καταβολή ποσού ίσου με το οικονομικό όφελος που αποκόμισε η εναγομένη, βασιζόμενος στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Επιπλέον, ο ενάγων ζήτησε χρηματικό ποσό ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή των δικαιωμάτων του.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, σε πρώτο βαθμό, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη στην καταβολή στον ενάγοντα ενός ποσού και καταδικάζοντάς την σε μέρος των δικαστικών εξόδων.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αμφότεροι οι διάδικοι έφεση λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων. Με την υπ’ αρ. 4711/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση που άσκησε η εναγόμενη Α.Ε. κατά της 2669/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υφίστανται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας του ενάγοντος επί ορισμένων εκ των παραδοτέων έργων λόγω έλλειψης πρωτοτυπίας, ενώ για το πέμπτο έργο όρισε ότι αυτό δεν δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της σύμβασης και δεν διέπεται ακολούθως από τους σε αυτήν αναφερόμενους όρους.

ΙΙ. Ερμηνευτικές Επισημάνσεις:

Η έννοια της πρωτοτυπίας στην πνευματική ιδιοκτησία. Ειδικότερα για τη φωτογραφία

Στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας η ύπαρξη πρωτοτυπίας συνιστά την αποκλειστική και μόνη conditio sine qua non για την παροχή προστασίας επί του έργου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 1 Ν 2121/1993. Η πρωτοτυπία, στοιχείο απαραίτητο για το προστατευόμενο έργο, συνιστά αόριστη έννοια, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως η πλέον νεφελώδης[1] και ως μια από τις δυσχερέστερες νομικές κρίσεις[2], με την οποία ακαδημαϊκοί και μελετητές έχουν ασχοληθεί σε βάθος. Η αναζήτηση του περιεχόμενου της έννοιας της πρωτοτυπίας προβληματίζει ιδιαίτερα, αν αναλογιστεί κανείς ότι δεν υφίσταται «παρθενογένεση» στην τέχνη ή στην καλλιτεχνική έκφραση[3].

Αξίζει να αναφερθεί ότι για να καταστεί αντιληπτή η δυσκολία ορισμού της πρωτοτυπίας, ο Franz van Isacker την παρομοιάζει με ροζ ελέφαντα, τον οποίο είναι εύκολο να αναγνωρίσει κανείς, αλλά δύσκολο να ορίσει (“easy to recognize but difficult to define”)[4], ενώ για τη δυσκολία αυτή χρησιμοποιείται, επίσης, η φράση του Saint Augustine για τον χρόνο «Αν δεν με ρωτήσει κανείς, ξέρω περί τίνος πρόκειται. Αν θέλω να το εξηγήσω σε αυτόν που με ρωτά, τότε δεν ξέρω»[5].[6] Με την απουσία ορισμού της πρωτοτυπίας από τα εθνικά νομοθετήματα, o προσδιορισμός αυτής πραγματοποιείται από τη θεωρία και τη νομολογία. Η δυσκολία δε με την έννοια της πρωτοτυπίας δεν έγκειται -μόνο- στην αποτύπωση ενός ορισμού, αλλά στο γεγονός ότι η διευθέτηση του περιεχομένου της έννοιας αυτής αποτελεί ζήτημα πολιτικής. Έτσι, διαφορετικό περιεχόμενο θα αποδοθεί στον όρο εντός ενός νομικού συστήματος φίλα προσκείμενου στον δημιουργό συγκριτικά με το περιεχόμενο που απαντάται σε ένα νομικό σύστημα που επιδιώκει τη θεμελίωση ενθαρρυντικού πλαισίου για τα πρόσωπα -νομικά ή φυσικά- που εκμεταλλεύονται ή επενδύουν στη δημιουργία έργων πνευματικής ιδιοκτησίας. Μάλιστα, το περιεχόμενο της έννοιας της πρωτοτυπίας διαφοροποιείται σημαντικά στα κράτη της ηπειρωτικής παράδοσης (civil law) σε σύγκριση με τα κράτη του κοινοδικαίου (common law). Συγκεκριμένα, στα κράτη με ηπειρωτικό δίκαιο υιοθετείται ένα πιο αυστηρό κριτήριο πρωτοτυπίας, αναζητώντας το προσωπικό αποτύπωμα του δημιουργού, καθώς το έργο για να είναι πρωτότυπο πρέπει να αντανακλά την προσωπικότητα του δημιουργού. Αντίθετα, στην παράδοση του κοινοδικαίου αρκεί ότι ένα έργο δεν αποτελεί αντίγραφο άλλου έργου ή ότι αποτελεί αποτέλεσμα «δεξιοτήτων και εργασίας» (skill and labour)[7].

Δεδομένων των ανωτέρω, έχουν υποστηριχθεί διάφορες προσεγγίσεις. Σύμφωνα με την υποκειμενική θεωρία απαιτείται «η σφραγίδα της προσωπικότητας του δημιουργού» στο έργο[8] (l’ empreinte de la personalité de l’ auteur). Λίκνο της θεωρίας αυτής, ιδιαίτερα διαδεδομένης στις ευρωπαϊκές χώρες υπήρξε η Γαλλία. Εν αντιθέσει προς αυτήν, κατά την αντικειμενική θεωρία της πρωτοτυπίας, διερευνάται το «νέο» του έργου, είτε με την έννοια της στατιστικής μοναδικότητας του έργου (Kummer) ή ως βαθμός του «νέου»[9]. Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, υφίσταται πρωτοτυπία στην περίπτωση που οποιοσδήποτε τρίτος ευρισκόμενος στις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και επιδιώκοντας τον ίδιο σκοπό, δεν θα ήταν δυνατό να παράξει ένα ίδιο έργο[10].

Ακόμη, κατά την «εργασιακή» αντίληψη, πρωτότυπο έργο είναι εκείνο που αποτελεί αποτέλεσμα της προσπάθειας του δημιουργού. Πρόκειται για τη θεωρία «sweat of the brow» («ιδρώτας του μετώπου») που αναπτύχθηκε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, δυνάμει της οποίας η προστασία του έργου ταυτίζεται με την προσπάθεια, την εργασία και την επιμέλεια (‘industrious collection standard’) που κατέβαλε ο δημιουργός[11]. Η προσέγγιση αυτή εγκαταλείφθηκε πανηγυρικά με την έκδοση της απόφασης Feist του Ανώτατου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. αναφορικά με την ύπαρξη δικαιώματος copyright σε ευρετήριο τηλεφωνικού καταλόγου (white-pages), καθώς έκανε δεκτό ότι «το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύει μόνο εκείνα τα συστατικά στοιχεία του έργου που φέρουν ένα de minimis επίπεδο δημιουργικότητας». Αυτήν την απόφαση – ορόσημο έρχεται να συμπληρώσει η απόφαση Satava του 9ου Circuit Εφετείου των ΗΠΑ στην οποία κρίθηκε ότι «Είναι αλήθεια, φυσικά, ότι ένας συνδυασμός μη προστατευόμενων στοιχείων μπορεί να είναι επαρκής για να υπάρξει προστασία δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Αλλά δεν είναι αλήθεια ότι οποιοσδήποτε συνδυασμός μη προστατευόμενων στοιχείων πληροί αυτόματα τις προϋποθέσεις για την προστασία αυτή. Η νομολογία μας υποδεικνύει και σήμερα θεωρούμε ότι ένας συνδυασμός μη προστατευόμενων στοιχείων είναι επαρκής για να υπάρξει προστασία πνευματικών δικαιωμάτων μόνο εάν τα στοιχεία αυτά είναι πολυπληθή και η επιλογή και η διαρρύθμισή τους είναι αρκετά πρωτότυπη, ώστε ο συνδυασμός τους να αποτελεί πρωτότυπο έργο»[12].

Περαιτέρω, ιδιαίτερα πολύτιμη είναι η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Απόφαση ορόσημο αποτελεί η C-5/08, γνωστή ως Infopaq[13], με την οποία κρίθηκε ότι πρωτότυπο είναι το έργο εκείνο που συνιστά αποτέλεσμα της προσωπικής πνευματικής εργασίας του δημιουργού του και όχι αντιγραφή, άποψη η οποία υποστηρίζεται και από τη θεωρία[14]. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο νομοθέτης επιβάλλει την εναρμόνιση της πρωτοτυπίας για συγκεκριμένα έργα και δη για τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, τις βάσεις δεδομένων και τις φωτογραφίες, εντούτοις η εφαρμογή του κριτηρίου αυτού φαίνεται να επεκτείνεται και σε άλλους τύπους έργων[15]. Το συγκεκριμένο κριτήριο αφορούσε, αρχικά, τα τρία προαναφερθέντα είδη έργων και, εν συνεχεία, επεκτάθηκε σε κάθε είδος έργου, αποτελώντας έκτοτε το ενιαίο και καθολικό κριτήριο προστασίας για κάθε είδος έργου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το κριτήριο της πρωτοτυπίας εμπλουτίστηκε περαιτέρω με μια σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου, ιδίως των BSA, C-393/09· FAPL, C-403/08 και C-429/08 και Painer, C-145/10. Το Δικαστήριο στις αποφάσεις αυτές επεσήμανε ότι η προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας υφίσταται όταν το έργο συνιστά πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού του και ότι ένα έργο είναι πρωτότυπο αν αντανακλά την προσωπικότητα του δημιουργού του[16]. Έτσι, σε ενωσιακό επίπεδο, για να κριθεί ως πρωτότυπο το έργο απαιτείται αυτό αφενός να είναι αποτέλεσμα των «ελεύθερων και δημιουργικών επιλογών», και αφετέρου να φέρει την αποτύπωση του «προσωπικού αγγίγματος» του δημιουργού[17].

Στο ελληνικό δίκαιο, η πρωτοτυπία του έργου, όπως αυτή διαμορφώνεται από τη θεωρία και τη νομολογία, συνιστά αποτέλεσμα μιας συνθετικής, μεταξύ υποκειμενικής και αντικειμενικής, προσέγγισης[18]. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, για να αποτελέσει αντικείμενο προστασίας σύμφωνα με το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας και να χαρακτηριστεί ως έργο, το δημιούργημα χρειάζεται να φέρει ένα «ελάχιστο όριο πρωτοτυπίας»[19]. Ακόμη, το έργο χρειάζεται να χαρακτηρίζεται από ατομικότητα οφειλόμενη στη δημιουργική πνευματική εργασία του δημιουργού ως αποτέλεσμα των επιλογών, της επεξεργασίας και της προσαρμογής των διάφορων στοιχείων με ιδιαίτερη σειρά[20]. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη στη νομολογία, πρωτοτυπία υφίσταται όταν υπό παρόμοιες συνθήκες και έχοντας τους ίδιους στόχους, κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή όταν το έργο παρουσιάζει μια ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο «δημιουργικού ύψους»[21].

Για τη φωτογραφία, στο προοίμιο της κοινοτικής Οδηγίας 2006/116 σημειώνεται ότι «[η] προστασία των φωτογραφιών στα κράτη μέλη διέπεται από ποικίλα καθεστώτα», ενώ ειδικότερα για την πρωτοτυπία του φωτογραφικού έργου, ως κριτήριο ορίζεται η προσωπική πνευματική εργασία του δημιουργού ώστε να αντανακλάται στο έργο η προσωπικότητά του, αποκλείοντας ρητά κριτήρια όπως είναι η αξία ή ο κόπος. Για άλλες φωτογραφίες, πλην των φωτογραφικών έργων, η Οδηγία επιφυλάσσει στα κράτη μέλη τη διακριτική ευχέρεια για τη θέσπιση sui generis δικαιωμάτων[22]. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), στην υπόθεση C-145/10, Eva-Maria Painer κ. Standard VerlagsGmbH και άλλοι, έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι το προσωπικό άγγιγμα του δημιουργού αποτυπώνεται στο έργο με τις ελεύθερες και δημιουργικές του επιλογές στις οποίες προβαίνει και οι οποίες είναι δυνατό να εντοπίζονται σε διάφορα χρονικά σημεία. Έτσι, κατά το στάδιο της προετοιμασίας, ο δημιουργός έχει τη δυνατότητα να επιλέξει τη θέση, τη στάση του ατόμου που θα φωτογραφηθεί ή τον φωτισμό, κατά τη λήψη της φωτογραφίας, μπορεί να επιλέξει το κάδρο, τη γωνία λήψεως καθώς και τη δημιουργούμενη ατμόσφαιρα, ενώ, κατά την εκτύπωση του κλισέ, ο δημιουργός μπορεί να επιλέξει μεταξύ περισσότερων διαθέσιμων τεχνικών εκτυπώσεως εκείνη που προτιμά ή ακόμη και να χρησιμοποιήσει λογισμικό.

ΙΙΙ. Επισημάνσεις επί της απόφασης:

Στην   υπ’ αρ. 4711/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών επισημαίνεται ότι «[η] «πρωτοτυπία», η έννοια της οποίας δεν προσδιορίζεται γενικά από το νόμο, είναι, κατά τη θεωρία της στατιστικής μοναδικότητας που επικρατεί στη νομολογία, η κρίση ότι κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή ότι παρουσιάζει μια ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο δημιουργικού ύψους». Γενικά, το Δικαστήριο, όσον αφορά την πρωτοτυπία την οποία θα πρέπει να επιδεικνύουν τα έργα πνευματικής ιδιοκτησίας, υιοθετεί την αντικειμενική προσέγγιση και τη θεωρία της στατιστικής μοναδικότητας, θέτοντας, όμως, διαζευκτικά το κριτήριο του δημιουργικού ύψους χωρίς να γίνεται αναφορά στο προσωπικό άγγιγμα του δημιουργού. Η θέση αυτή φαίνεται να διαφέρει από την αντίστοιχη προσέγγιση του ΔΕΕ. Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι η φωτογραφία συνιστά πνευματικό δημιούργημα που εφόσον είναι πρωτότυπο αποτελεί «έργο» σύμφωνα με τον Ν 2121/1993. Τούτο δε ισχύει όχι μόνο για τα φωτογραφικά έργα αλλά για όλες τις φωτογραφίες, όπως αναφέρεται, σε συμφωνία με τη διάταξη του άρθρου 6 της Οδηγίας 93/98 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως περαιτέρω αναφέρεται ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι η δημιουργία (άλλως, δημιουργικότητα) και επιβάλλει ως κριτήριο για την πρωτοτυπία της φωτογραφίας το να αποτελεί το προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού της. Διευκρινίζεται δε ότι η πρωτοτυπία κατά την έννοια αυτή συνίσταται στις ελεύθερες επιλογές στις οποίες προβαίνει ο δημιουργός της φωτογραφίας σε διαφορετικά στάδια. Έτσι, ο δημιουργός της φωτογραφίας μπορεί να προβεί σε ελεύθερες επιλογές κατά την προετοιμασία και τη λήψη της φωτογραφίας, στη σκηνοθεσία του φωτογραφιζόμενου αντικειμένου, του τόπου και του χρόνου, τη γωνία φωτογράφησης, τον φωτισμό, τη σχέση του αντικειμένου προς τον χώρο, τις αντιθέσεις χρωμάτων, καθώς και μετά τη λήψη με ενδεχόμενη επεξεργασία αυτής.

Ως προς τα πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε η κατάρτιση του από 4-8-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων με το οποίο καθορίζονταν οι όροι της σύμβασης. Ως αντικείμενο της σύμβασης ορίστηκε η ανάληψη υποχρέωσης του ενάγοντα (α) να φωτογραφίζει οποιοδήποτε νόμιμο θέμα του ζητηθεί, (β) να καλύψει φωτογραφικά αντικείμενα ή εκδηλώσεις, (γ) να προβαίνει στη λήψη ειδικών καλλιτεχνικών φωτογραφιών. Στο σημείο αυτό χρειάζεται να σημειωθεί ότι στην περιγραφή του αντικειμένου, όπως αυτή εμφανίζεται στην απόφαση, δεν γίνεται αναφορά στην επεξεργασία ήδη υπαρχουσών φωτογραφιών, αλλά στη δημιουργία νέων έργων. Εντούτοις, το αντικείμενο εργασιών του φωτογράφου στις τρεις πρώτες αναθέσεις δεν συνίσταται στη λήψη φωτογραφίας αλλά στην επεξεργασία υφιστάμενων δημιουργημάτων προκειμένου τούτα να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της εναγόμενης εταιρείας. Έτσι, η εναγομένη υπεδείκνυε στον ενάγοντα τις διαστάσεις που επιθυμούσε, τις συνθήκες φωτισμού στις οποίες θα βρεθεί το τελικό έργο, ενώ οριζόταν και το κόστος των τελικών κατασκευών. Τέλος, η αμοιβή του ενάγοντα αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερης συμφωνίας.

Ειδικότερα, ο ενάγων προχώρησε στην επεξεργασία των φωτογραφιών επιστρατεύοντας ιδιαίτερες τεχνικές, όπως την στερεοφωτογραφία, για να δημιουργήσει την εντύπωση τριών διαστάσεων και την αίσθηση βάθους. Ακόμη, μετέβαλε τις αναλογίες στα εικονιζόμενα αντικείμενα, πρόσθεσε ή και αφαίρεσε στοιχεία, ενώ δημιούργησε, με ψηφιακά μέσα, σκιάσεις. Σε άλλη περίπτωση, έκανε χρήση συγκεκριμένου χρωματισμού και σκιάσεων προκειμένου για τη δημιουργία αίσθησης βάθους, ενώ μετέβαλε τις γωνίες από εικονιζόμενα αντικείμενα. Φαίνεται δε πως για κάθε έργο προέβη στις κατάλληλες εκείνες πράξεις για να υπάρξει ένα άρτιο καλλιτεχνικά αποτέλεσμα. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε πως τα έργα αυτά δεν διαθέτουν πρωτότυπο χαρακτήρα σύμφωνα με την έννοια της πρωτοτυπίας. Τούτο διότι, όπως επισημαίνεται, η μεγέθυνση και η αισθητική βελτίωση επί των αρχικών έργων «δεν αρκεί για να προσδώσει σε αυτά την απαιτούμενη πρωτοτυπία». Εντούτοις, στην απόφαση, η έλλειψη πρωτοτυπίας δεν δικαιολογείται στη βάση ότι οι πράξεις επεξεργασίας δεν αποτελούν ελεύθερες επιλογές του δημιουργού αλλά στο ότι η επεξεργασία αυτή «δεν ταυτίζεται με τον κόπο, την επιμέλεια, την δαπάνη ή την χρονική διάρκεια που απαιτήθηκαν για την εκπόνησή του». Πάντως, το κριτήριο αυτό δεν είναι σύμφωνο με το περιεχόμενο της πρωτοτυπίας, όπως νοείται και εξειδικεύεται στη θεωρία, τη νομοθεσία και τη νομολογία ολόκληρης της ηπειρωτικής παράδοσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στην έλλειψη πρωτοτυπίας χωρίς να εφαρμόσει το κριτήριο, κατά τον τρόπο που τούτο έχει ερμηνευθεί στην νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακόμη, δεν προσδιορίζεται στην απόφαση αν η επεξεργασία στην οποία προέβη ο ενάγων αποτέλεσε επεξεργασία στην οποία θα προέβαινε ο καθένας για την επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος, επιβεβλημένη από τους κανόνες της τεχνικής, και όχι αποτέλεσμα των δικών του (δημιουργικών) επιλογών. Είναι δυνατό η επεξεργασία στην οποία προέβη ο φωτογράφος να παρουσιάζει πρωτοτυπία και, επομένως, το τελικό αποτέλεσμα των φωτογραφικών έργων που παρέδωσε ο φωτογράφος να αποτελούν νέα έργα σύμφωνα με το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, είναι δυνατή η ύπαρξη έργου ως αποτέλεσμα επεξεργασίας προϋπάρχοντος έργου[23], αρκεί το αποτέλεσμα της επεξεργασίας αυτής να ενέχει την απαραίτητη πρωτοτυπία και να μην συνίσταται απλά σε τεχνικές προσθήκες ή βελτιώσεις. Στην κρινόμενη απόφαση, το δικαστήριο δεν εξετάζει την πιθανότητα οι φωτογραφίες που επεξεργάστηκε ο φωτογράφος να αποτελούν παράγωγα έργα (derivative works), δηλαδή νέα, ανεξάρτητα έργα, τα οποία βασίστηκαν στα προϋπάρχοντα. Κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό να συμβαίνει στην περίπτωση που η επεξεργασία στην οποία προέβη ο φωτογράφος ενέχει πρωτοτυπία, δηλαδή αν η επεξεργασία των φωτογραφιών βασίστηκε σε ελεύθερες και δημιουργικές επιλογές του φωτογράφου, οι οποίες αποτυπώνουν το «προσωπικό άγγιγμά» του.

Επιπλέον, με το από 26.6.2000 έγγραφο της εναγομένης ανατέθηκε στον ενάγοντα η κατασκευή και τοποθέτηση γιγαντοφωτογραφίας με αντικείμενο απεικόνισης ένα προϋπάρχον έργο. Στο πλαίσιο αυτό, ο ενάγων δημιούργησε ένα εικαστικό φωτογραφικό έργο το οποίο εκτυπώθηκε από εκείνον, παραδόθηκε στην εναγομένη και τοποθετήθηκε, στη συνέχεια, σε σταθμό μετρό. Προς τούτο, καταβλήθηκε στον ενάγοντα η συμφωνηθείσα αμοιβή. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποδέχτηκε την ύπαρξη πρωτοτυπίας στο έργο αυτό δεδομένου ότι τούτο δεν αποτελεί «απλή φωτογραφική και υλική αποτύπωση του προϋπάρχοντος έργου, αλλά εμφαίνεται σε αυτό μια ατομική ιδιομορφία (…)». Το αντικείμενο της συμφωνίας, ήτοι η φωτογράφιση αντικειμένων, φαίνεται να εμπίπτει, κατ’ αρχήν, σε συμφωνηθέντα σε παλαιότερο συμφωνητικό από 4.8.1999.

Στο στάδιο αυτό, συνάγεται ότι είναι απαραίτητη η ανεύρεση της πραγματικής βούλησης των μερών. Επισημαίνεται ότι η συμφωνία μεταξύ των μερών, προέκυψε ως αποτέλεσμα νέας διαπραγμάτευσης η οποία αποτυπώνεται στο από 26.6.2000 έγγραφο χωρίς αναφορά στο προηγούμενο συμφωνητικό. Μάλιστα, η συμφωνία αυτή προέκυψε κατόπιν πρότασης – προσφοράς του ενάγοντα. Τα περιστατικά αυτά δημιουργούν την εντύπωση ότι η συμφωνία αυτή δεν εμπίπτει στην αρχική και πως τα μέρη δεν επιθυμούσαν την υπαγωγή σε εκείνη. Προς τούτο συνάδει και το γεγονός της διαφορετικής και σαφώς υψηλότερης αμοιβής η οποία συμφωνήθηκε. Έτσι, στη σχολιαζόμενη απόφαση, το Εφετείο επισημαίνει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κρίνοντας ότι υπήρχε συμφωνία για εκμετάλλευση του έργου για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αλλά φαίνεται να δέχεται πως υπήρχε η βούληση των μερών για την απεριόριστη χρονικά χρήση του αντικειμένου, ήτοι η τοποθέτηση για μακρό χρονικό διάστημα του εν λόγω εικαστικού έργου εντός ενός σταθμού, κάτι το οποίο συνάδει προς τα συναλλακτικά ήθη. Στο σημείο αυτό, δέον να επισημανθεί ότι διαφορετική θα έπρεπε να είναι η κρίση του δικαστηρίου εάν δεν ανεύρισκε την πραγματική βούληση των μερών και εάν η κατασκευή του έργου είχε ολοκληρωθεί για διαφορετική χρήση, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν 2121/1993, στην περίπτωση κατά την οποία δεν καθορίζεται η διάρκεια της μεταβίβασης ή της καταρτισθείσας σύμβασης ή της άδειας εκμετάλλευσης και αν κάτι διάφορο δεν προκύπτει από τα συναλλακτικά ήθη, η διάρκεια αυτής θεωρείται ότι περιορίζεται σε πέντε χρόνια. Κατόπιν των ανωτέρω, προκύπτει σαφώς και επιβεβαιώνεται εκ νέου ότι η ύπαρξη τέτοιων διαφορών προκύπτει από την ασάφεια ή/και την αοριστία στις σχετικές συμφωνίες, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την εξειδικευμένη μελέτη και τη λεπτομερή καταγραφή των όρων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.

Εύη Γ. Τσεκούρα
ΜΑ – Νομικός


[1]. Μαρίνος, Μ.Θ., (2004), Πνευματική Ιδιοκτησία, Αντ. Ν. Σάκκουλας, σελ. 76.

[2]. Χριστοδούλου, Κ., (2018), Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 35.

[3]. Stamatoudi, Ι. (2017). Originality under EU Copyright Law σε P. Torremans (ed), Research Handbook on Copyright Law, 2nd Edition, Edward Elgar Publishing, Cheltenham (UK) – Northampton (US), σ. 57.

[4]. Dreier, T., Karnell, G., (1991), Originality of the Copyrighted Work: A European Perspective, 39 J. Copyright Soc’y U.S.A., σελ. 289.

[5]. «If no one asks me, I know what it is. If I wish to explain it to him who asks, I do not know».

[6]. Casas Valles, R., (2009), The requirement of originality, in E. Derclaye (ed), Research Handbook on the Future of EU Copyright, Edward Elgar Publications, σελ. 102.

[7]. Stamatoudi, I., (2018). More’ Originality for Cypriot Copyright Law according to the CJEU’s Case Law, The Cyprus Review, Spring 2018, Vol. 30:1, σ. 207.

[8]. Χριστοδούλου, Κ., (2018), Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 35.

[9]. Κοτσίρης, Λ., (2017), Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Κοινοτικό Κεκτημένο, 7η έκδ., Σάκκουλας, σελ. 63 επ.

[10]. Σταματούδη, Ε., (2009), Δικαιώματα Φωτογράφων και Δημοσίευση Φωτογραφιών σε ΜΜΕ, σε Συλλογικό Έργο, Δημοσιογράφοι και εκδότες ΜΜΕ, σελ. 263-297.

[11]. Κοτσίρης, Λ., (2017), Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Κοινοτικό Κεκτημένο, 7η έκδ., Σάκκουλας, σελ. 63 επ.

[12]. Rosati, E., (2018), Why originality in copyright is not and should not be a meaningless requirement, Journal of Intellectual Property Law & Practice, Volume 13, Issue 8, σελ. 597–598.

[13]. C-5/08 Infopaq International A/S v Danske Dagblades Forening, 2009.

[14]. Σταματούδη, Ε., (2016), Η Πρωτοτυπία στο Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΔiMEE 2016, 49.

[15]. Χριστοδούλου, Κ., (2018), Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 41.

[16]. Rosati, E., (2013). Originality in EU Copyright: Full Harmonisation through Case Law, Edward Elgar Publishing, σ. 151.

[17]. Rosati, E., (2018), Why originality in copyright is not and should not be a meaningless requirement, Journal of Intellectual Property Law & Practice, Volume 13, Issue 8, σελ. 597–598.

[18]. Κοτσίρης, Λ., (2017). Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Κοινοτικό Κεκτημένο, 7η έκδ., Σάκκουλας, σελ. 63-68.

[19]. ΑΠ 113/1989, ΜΠρΑθ 5538/1986.

[20]. Μαρίνος, Μ.Θ., (2004), Πνευματική Ιδιοκτησία, Αντ. Ν. Σάκκουλας, σελ. 79.

[21]. Σταματούδη, Ε., (2005). Σημείωση στην ΑΠ 152/2005, ΔiΜΕΕ 3/2005, 413 επ.

[22]. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν η νομοθεσία της Ισπανίας και της Ιταλίας, καθώς θεσμοθετείται συγγενικό δικαίωμα για τις φωτογραφίες που δεν πληρούν το κριτήριο της πρωτοτυπίας, βλ. Minero, G. (2014), Commentary on The Term Directive στο Stamatoudi Ι., Torremans, Ρ., (eds), EU Copyright Law ‐ A Commentary, Elgar Publications, σελ. 277-8.

[23]. Κοτσίρης, Λ., (2017), Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Κοινοτικό Κεκτημένο, 7η έκδ., Σάκκουλας, σελ. 63-68.

Πηγή: ΔiΜΕΕ 2/2019, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη