Robert Frank

Robert Frank

Ο Robert Frank είναι ο φωτογράφος με την μεγαλύτερη επιρροή στη φωτογραφία του 20ού αιώνα.

Ο Ελβετός – Αμερικανός φωτογράφος  Robert Frank (9 Νοεμβρίου 1924 – 9 Σεπτεμβρίου 2019), γόνος μεσοαστικής οικογένειας, γεννήθηκε στην Ελβετία και έφυγε στα 95 του χρόνια από τη ζωή, στο Inverness της Nova Scotia. Ο πατέρας του ήταν Γερμανός επιχειρηματίας, που μετακόμισε στην Ελβετία μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Άρχισε να μελετάει τη φωτογραφία το 1941 και πέρασε τα επόμενα έξι χρόνια εργαζόμενος για εμπορικά στούντιο φωτογραφίας και γραφιστικής στη Ζυρίχη, τη Γενεύη και τη Βασιλεία. Αν και μερικά περιοδικά αποδέχτηκαν την ασυνήθιστη για μόδα χρήση της 35mm Leica, ο Frank παραιτήθηκε λίγους μήνες μετά την πρόσληψή του. Ετοιμάζοντας ένα portfolio με 40 φωτογραφίες για να συστήσει τη δουλειά του σε εκδότες περιοδικών, δημιούργησε μια χειροποίητη έκδοση με τίτλο 40 Fotos (1941 / 1946), με εικόνες από ταξίδια του σε Μιλάνο, Παρίσι, Στρασμπούργκ κ.α.

Παρόλο που ο Φρανκ και η οικογένειά του παρέμεναν ασφαλείς στην Ελβετία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η απειλή του Ναζισμού και η “κούραση” από “το μικρό μέγεθος της Ελβετίας”, τον ώθησαν να αφήσει την αστική οικογένειά του και να μεταναστεύσει το 1947 στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια απόφαση που στάθηκε καθοριστική για το έργο του.

Robert Frank by Elliott Erwitt

Στη συνέχεια, ταξίδεψε στη Νότια Αμερική, γυρίζοντας στις πόλεις και τα χωριά της Βολιβίας και του Περού. Δημιούργησε και άλλο βιβλίο, με φωτογραφίες που τράβηξε στο Περού. Γύρισε για λίγο στο Παρίσι και επέστρεψε στη Νέα Υόρκη, όπου ο φημισμένος art director Αλεξέι Μπροτρόβιτς (Alexey Brodovitch) τον προσέλαβε ως φωτογράφο μόδας στο Harper’s Bazaar. Τότε γνώρισε και τον Edward Steichen και εντάχθηκε στο δυναμικό της ομάδας “51 American Photographers”.

Ο γρήγορος ρυθμός της Αμερικανικής ζωής και η διαπίστωση της υπερβολικής έμφασης στα χρήματα, του έδωσαν μια άλλη άποψη για αυτό που ονομάζεται “Αμερικάνικο Όνειρο”. Ο Robert ήταν ένας ξένος για την αμερικάνικη κοινωνία και την ιδιοσυγκρασία της. Έχοντας ήδη φωτογραφίσει στην Ευρώπη και την Λατινική Αμερική, συνειδητοποίησε ότι είχε έρθει η ώρα να δημιουργήσει ένα έργο που δεν θα περιοριζόταν στα μεμονωμένα κάδρα της αποσπασματικής φωτογραφικής, αλλά θα αφηγούνταν μια ιστορία. Αυτό που είχε στο νου του ήταν η “οπτική μελέτη ενός πολιτισμού”.

Με τη βοήθεια του Walker Evans, ο Frank εξασφάλισε μια δουλειά από το Ίδρυμα Guggenheim Memorial Foundation. Λέγεται ότι ο ίδιος ο Walker Evans του πρότεινε να υποβάλει την αίτηση και μάλιστα τον βοήθησε να την συντάξει.

Στην αίτησή του προς το ίδρυμα Guggenheim το 1955, αποσαφήνισε ανάγλυφα τις σκέψεις του:
“Αυτό που έχω στο μυαλό μου είναι η παρατήρηση και η καταγραφή για το τι ένας πολιτογραφημένος Αμερικανός μπορεί να δει στις Ηνωμένες Πολιτείες και που υποδηλώνει το είδος του πολιτισμού που γεννήθηκε εδώ και εξαπλώνεται σε άλλα μέρη. Μιλώ για πράγματα που βρίσκονται εκεί έξω, παντού, τα οποία είναι εύκολο να βρεις, αλλά όχι να τα επιλέξεις ή να τα ερμηνεύσεις”.

Το 1955, το ταξίδι που ξεκίνησε ο Robert Frank στην Αμερική, διασχίζοντας όλη τη χώρα με την οικογένειά του, τα χρήματα της υποτροφίας και ένα νοικιασμένο αυτοκίνητο, αποτέλεσε μια, αλά Κέρουακ Οn the road, προσέγγιση, μόνο που αυτή τη φορά έγινε φωτογραφικά, μέσα από την κάμερα του φωτογράφου και όχι μέσα από τις λέξεις του Αμερικάνου συγγραφέα.

Το αποτέλεσμα αυτής της περιπλάνησής του αποκάλυψε με διεισδυτική και θλιμμένη ματιά την γυμνή ψυχή της Αμερικής της δεκαετίας του ‘50. Δεν πρόκειται για μια απλή καταγραφή της Αμερικής. Ο Frank φωτογράφισε με αποστασιοποιημένο ρεαλισμό και διεισδυτικότητα. Η τεχνική τελειότητα δεν ήταν το ζητούμενο, ούτε θα συναντήσει κανείς στα κάδρα του τους κλασικούς κανόνες αισθητικής. Αναζήτησε τον αμερικανικό τρόπο ζωής, την απεραντοσύνη της χώρας, τις παράξενες αντιφάσεις της αμερικανικής κουλτούρας, την τρέλα της, τη μοναξιά και τη θλίψη της, τον διάχυτο ρατσισμό, τη βία και την καταναλωτική κουλτούρα της.

Στο ταξίδι του επισκέφτηκε Detroit and Dearborn, Michigan, Savannah, Georgia, Miami Beach, St. Petersburg, Florida, New Orleans, Louisiana, Houston, Texas, Los Angeles, California, Reno, Nevada, Salt Lake City, Utah, Butte, Montana, Chicago, Illinois.
Από τις 28.000 φωτογραφίες του ταξιδιού μόλις 83 επιλέχθηκαν για την έκδοση του “The Americans”.

Το βιβλίο “The Americans” συνέβαλε στην αλλαγή κατεύθυνσης της φωτογραφίας. Ο Frank, με “οδηγό” τον Walker Evans και το “American Photographs” (1938) έδωσε στη φωτογραφία ένα σπουδαίο και εμβληματικό βιβλίο με εικόνες που συγκροτούν μια αφήγηση της Αμερικής μέσα από το δικό του βλέμμα, τη δική του προσέγγιση στην σύγχρονη Αμερική. Για τους Αμερικάνους, όμως, θεωρήθηκε μάλλον αντιαμερικανική. Το βιβλίο του δεν βρήκε στέγη σε κανέναν αμερικάνικο εκδοτικό οίκο κι έτσι εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Γαλλία, με τον τίτλο “Les Américains” (1957).

Με την επιστροφή του στη Νέα Υόρκη, το 1957, συνάντησε τον Jack Kerouac, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τις εικόνες του και ήταν εκείνος που έγραψε την εισαγωγή για την αμερικάνικη έκδοση “The Americans” (1959) [1]. Πρόκειται, ίσως, για το φωτογραφικό βιβλίο με την μεγαλύτερη επιρροή στον 20ο αιώνα.

Ο Frank έγινε φίλος και με τον ποιητή Allen Ginsberg και γνώρισε τους μπίτνικ (κίνημα Beat).

Το “The Americans” αμφισβήτησε τους κανόνες που καθορίζονταν από τον Henri Cartier-Bresson και τον Walker Evans, του οποίου το έργο ο Frank θαύμαζε, αλλά δεν βρήκε λόγο να μιμηθεί. Μάλλον προκλητικά, αντιτάχθηκε στον πικτορεαλισμό και τα φωτορεπορτάζ των περιοδικών (Life και Time).

“Ήμουν κουρασμένος από τον ρομαντισμό”, δήλωσε κάποια στιγμή ο Frank, “ήθελα να παρουσιάσω αυτό που είδα, καθαρά και απλά”.

Το 1961 πραγματοποιήθηκε η πρώτη ατομική έκθεση του Robert Frank στο Art Institute of Chicago και το 1962 εξέθεσε στο Museum of Modern Art της Νέας Υόρκης.


 

Ο θόρυβος που δημιούργησε το βιβλίο και ο αιφνίδιος θάνατος της κόρης του σε αεροπορικό δυστύχημα, τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη φωτογραφία και να στραφεί στον κινηματογράφο. Αφιέρωσε πολύ χρόνο στην παραγωγή ταινιών, συμπεριλαμβανομένων των ταινιών ντοκιμαντέρ “Pull My Daisy” (1959), σε σενάριο και αφήγηση του Kerouac και την πιο γνωστή “Cocksucker Blues”, που καταγράφει την περιοδεία των Rolling Stones (1972), με έμφαση στο sex και τα ναρκωτικά που κυριαρχούσαν στην περιοδεία του συγκροτήματος. Φωτογραφίες του Frank υπάρχουν και στο εξώφυλλο του album των Rolling Stones “Exile on Main St”.

O Frank πέρασε μεγάλο μέρος του χρόνου του τα επόμενα χρόνια, κάνοντας πειραματικές ταινίες. “Όταν κάνεις μια ταινία, κάνεις μια συζήτηση“, είπε σε μια συνέντευξη το 1994 στους New York Times, “έχεις περισσότερη επαφή με τους ανθρώπους. Όταν φωτογραφίζεις, συχνά το βάζεις στα πόδια.

Επίσης, οι ανεξάρτητες φωτογραφίες του συγκέντρωσαν τη στήριξη μεγάλων προσωπικοτήτων του κόσμου της τέχνης της Νέας Υόρκης, όπως οι Edward Steichen, Willem de Kooning, Franz Kline και Walker Evans.

Ο Frank δεν ξέχασε τη φωτογραφία και δημοσίευσε το 2ο φωτογραφικό του βιβλίο, μια “φωτογραφική αυτοβιογραφία” με τίτλο “The Lines of my Hand” (1972), όχι πια με εικόνες δρόμου, αλλά κυρίως με κολάζ και still life (μια διευρυμένη έκδοσή της εμφανίστηκε το 1989). Ένα χρόνο αργότερα, δώρισε ένα αρχείο με 5.500 αρνητικά και contacts στη National Gallery of Art, στην Ουάσινγκτον και ήταν η πρώτη φορά που ένα ίδρυμα συνέλεξε το έργο ενός ζωντανού φωτογράφου. Η πινακοθήκη οργάνωσε μεγάλη αναδρομική έκθεση του Frank, το 1995. 

Άλλα μουσεία που οργάνωσαν εκθέσεις του είναι το  Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, το George Eastman στο Ρότσεστερ, το Μουσείο Τέχνης της Φιλαδέλφεια, το New York’s Whitney Museum of Art, το Μουσείο Καλών Τεχνών του Χιούστον.

Το “The Americans” επανακυκλοφόρησε το 2007 με νέο εξώφυλλο, κάποιες εικόνες έγιναν κροπ με διαφορετικό τρόπο, είχε νέο τύπωμα αλλά και δύο φωτογραφίες που άλλαξαν.

Παραμένει συγκλονιστικό και μια αέναη επιρροή, γιατί απλά έδειξε τα πράγματα όπως ήταν.

Ο φωτογράφος Joel Meyerowitz έχει γράψει ότι “Ποτέ πριν δεν υπήρχε ένα βιβλίο με φωτογραφίες με την ολότητα της λογοτεχνίας και τη σαφήνεια ενός ποιήματος”. 

Η επίδραση του Frank επεκτάθηκε και πέρα από τη φωτογραφία. “Πάντα ήθελα να γράψω τραγούδια με τον τρόπο που κάνει ο Frank εικόνες,” είπε κάποτε o Bruce Springsteen.


[1]

“First draft of Jack Kerouac’s “Introduction” for Robert Frank’s The Americans, 1957.