Θυμήσου τον Σεπτέμβρη (ΙI)
photo: Herbert List
… Θα πρέπει να γδυθώ κι ύστερα να βουτήξω στη θάλασσα, μοσχοβολώντας ακόμα ολόκληρος από της γης τ’ αρώματα, να τα ξεπλύνω μέσα της και να σφίξω πάνω μου το αγκάλιασμα για το οποίο αναστενάζουν χείλη με χείλη, εδώ και χρόνια, γη και θάλασσα.
Μπαίνοντας στο νερό, ένα ξάφνιασμα, το ανέβασμα μιας κόλλας θαμπής και κρύας, ύστερα η βουτιά με το βουητό των αυτιών, η μύτη που τρέχει και το πικρό στόμα -το κολύμπι, τα χέρια που λαμπυρίζουν απ’ το νερό σαν βγαίνουν για να μαυρίσουν κάτω απ’ τον ήλιο και χαμηλώνουν μ’ ένα στρίψιμο όλων των μυών, το νερό που κατρακυλά στο σώμα μου, τα πόδια μου που δαμάζουν με θόρυβο το κύμα- και η απουσία του ορίζοντα.
Στην ακτή, η πτώση πάνω στην άμμο, αφημένος στον κόσμο, βυθισμένος στην από σάρκα και οστά βαρύτητά μου, αποχαυνωμένος απ’ τον ήλιο, με καμιά ματιά αραιά και πού στα μπράτσα μου όπου οι λακκούβες στεγνού δέρματος αποκαλύπτουν, καθώς το νερό γλιστρά, το ξανθό χνούδι και τη σκόνη της αρμύρας.
Καταλαβαίνω εδώ αυτό που αποκαλούμε δόξα: το δικαίωμα ν’ αγαπάμε απεριόριστα …
(Albert Camus/Αλμπέρ Καμύ, “Γάμοι στην Τιπαζά”,
Μετάφραση: Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ / Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν)








