Το ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου (ΙV)
Photo: Μαρία Τσακαλοφίδου
– Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια νεράιδα.
– Όπως εγώ;
– Ναι, όπως εσύ.
– Ήμουν εγώ;
– Ναι, ήσουν εσύ.
– Και;
Και στην είσοδο της πολυκατοικίας που έμενα, είδα μια αγγελία.
Μικρή με πινέζα και προβλήματα στίξης: “Ζητείται νεράιδα με ραβδί και με λέξεις. Να τρώει μούρα και να ιστορεί παραμύθια. Για την ώρα του δείπνου και την ώρα του ύπνου (μου). Δ.Χ., Διαμέρισμα αριθ. 9”.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τον είδα ν’ ανεβαίνει τη σκάλα. Κρατούσε μπαστούνι με κυρτή λαβή για καλύτερο κράτημα και ήταν μονάχος.
“Αγαπητέ κύριε Δ.Χ.”, του όρμηξα, “ζω στο διπλανό διαμέρισμα και είμαι νεράιδα. Τρελαίνομαι για φρούτα του δάσους και για ανοιχτά παραμύθια. Τις προάλλες, ας πούμε, έτρεχα να προλάβω το μετρό. Στις σκάλες της πλατφόρμας αριθ. 9 μού βγήκε το γοβάκι, κατρακύλησε εννιά σκαλιά και έγινε εννιά κομμάτια.
Ένας νεαρός με πορτοκαλί μαλλί έσκυψε και τα μάζεψε.
Ένα, μάλιστα, κόντεψε να του πέσει στις ράγες. Μπορώ να τα κολλήσω, ξέρεις, μου φώναξε, είμαι καλός στα puzzles. Το γυαλί δεν είναι για παιγνίδια, του αποκρίθηκα. Κόβει εκεί που κόβεται κι ύστερα βγάζει αίμα. Τότε γιατί φοράς τα γυάλινα; μου πέταξε στο κάτω μέρος του λοβού. Πλένονται καλύτερα, του πέταξα στο κάτω του δικού του, ακόμα και στο ψιλοβρόχι. Κι ύστερα έβγαλα και τ’ άλλο και μπήκα στο τρένο ανυπόδητη”.
“Από ποιο παραμύθι είσαι εσύ;”, με ρώτησε ο ελεγκτής, έτοιμος να …
“Τι του απάντησες ;” με έκοψε ο Δ.Χ. “Θέμα προσωπικών δεδομένων”, του έκοψα τη φόρα. Από το μπαστούνι του είχε αρχίσει να φυτρώνει χορτάρι.
– Και ;
– Πίσω από τις λέξεις, εμείς”.
[Μαρία Καντ (Καντωνίδου), Punctum, Παραμύθι I]








