Ο Tom Waits συναντά τον Anders Petersen | Η ποίηση του περιθωρίου

Ο Tom Waits συναντά τον Anders Petersen | Η ποίηση του περιθωρίου

Γράφει ο Γιάννης Κίντζιος

Anders Petersen – Rose and Lily – Café Lehmitz

Η φωτογραφία “Rose and Lily” στο Café Lehmitz του Anders Petersen, σοκαριστικά ωμή αλλά και ανθρώπινη, απεικονίζει τον ημίγυμνο Ρόουζ γεμάτο τατουάζ στην αγκαλιά της πρόσχαρης και τρυφερής Λίλης, που γελάει σαρκαστικά περιπαίζοντάς τον.  Η φωτογραφία αυτή εκτός από το ότι ντύνει το εξώφυλλο του άλμπουμ Rain Dogs (1985) του Tom Waits, αναδεικνύει συνάμα το καλλιτεχνικό του ύφος στα μέσα της δεκαετίας του ‘80.  

Εκείνη την περίοδο ο Tom Waits απομονωμένος σε ένα υπόγειο δωμάτιο στο Μανχάταν, λίγα μέτρα από το ποτάμι (μπορεί το Χάντσον ή το Ηστ Ρίβερ, ποιος ξέρει),  έγραφε τους στίχους και τη μουσική για το επερχόμενο άλμπουμ του με τον τίτλο Rain Dogs. Ο ήχος από τους σωλήνες που σφύριζαν, τα βήματα και οι ομιλίες περαστικών,  καθώς και οι ήχοι των δρόμων που ηχογραφούσε στο κασετοφωνάκι του, θα διαμόρφωναν την ατμόσφαιρα και το ύφος του μνημειώδους αυτού άλμπουμ.

Η έμπνευση του τίτλου του έργου αυτού, προήλθε από το γεγονός της έλλειψης προσανατολισμού των σκυλιών μετά την βροχή, από την αδυναμία τους να βρουν τον δρόμο επιστροφής για το σπίτι, αφού χάνουν την μυρωδιά που “σβήνει” στην λάσπη και το νερό. Αυτή ακριβώς την κατάσταση, μέσω της ποιητικής του αφήγησής, μας μεταφέρει με μαεστρία στο ανθρώπινο επίπεδο ο Tom Waits, μιλώντας για τους περιθωριακούς και τους απόκληρους, τους ήρωες δηλαδή των τραγουδιών του που ζουν αναπάντεχα σε ένα μετέωρο περιβάλλον με αβέβαιο μέλλον.

Ο κόσμος του Rain Dogs μοιάζει με ένα παλιό σκονισμένο κουτί που από μέσα του αναδύονται φαινομενικά κοινές αλλά ταυτόχρονα τραγικές ιστορίες, που ίσως δεν τολμάμε να ακούσουμε ή να συζητήσουμε, από έναν κόσμο που φανερώνει το σκληρό του πρόσωπο για τους απόκληρους των μεγαλουπόλεων. Έναν κόσμο χαοτικό, γεμάτο αντιθέσεις, απόκοσμη σιωπή και θορύβους, μια μεθυσμένη παρέλαση κουρασμένων ανθρώπων,  χαμένων αλλά και δεμένων με κάτι δυνατό που τους ενώνει, που αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο μέσα στην βροχή και το σκοτάδι.  Όπως είχε πει και ο ίδιος ο Tom Waits , τα τραγούδια του άλμπουμ αναφέρονται σε ανθρώπους δεμένους με κάποιο ιδιαίτερο τρόπο μεταξύ τους που μοιράζονται τον πόνο και την δυστυχία όταν οι δρόμοι τους διασταυρώνονται σε αυτή την χαοτική και θορυβώδη πόλη. Είναι άνθρωποι που κοιμούνται έξω από τις πόρτες της εφησυχασμένης μας συνείδησης, άνθρωποι χωρίς πιστωτικές κάρτες και στεγαστικά δάνεια, άνθρωποι που δεν θα πάρουν ποτέ ένα ταξί για να φτάσουν στον προορισμό τους, αλλά θα περπατήσουν μέσα στα χιόνια και τη βροχή.

Στο ομώνυμο τραγούδι του άλμπουμ, το Rain Dogs, ο ίδιος ο καλλιτέχνης μας εξομολογείται ότι εκείνη την περίοδο ένιωθε και ο ίδιος σαν ένα σκυλί της βροχής “ For I am a Rain Dog, too”.

Για να δέσουμε  λοιπόν λίγα περισσότερα στοιχεία για την γνωστότερη ίσως φωτογραφία του Anders Petersen στο Café Lehmitz.

H γνωστότερη ίσως ασπρόμαυρη φωτογραφία του Anders Petersen στο Café Lehmitz έχει τον τίτλο “ Rose and Lily ” και είναι μια από τις φωτογραφίες που δημιουργήθηκαν αυθόρμητα και χωρίς κάποια ιδιαίτερη επεξεργασία από τον Σουηδό φωτογράφο στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 σε μια περιθωριακή συνοικία του Αμβούργου, στο απλό, ατμοσφαιρικό και εκκεντρικό Cafe Βar Lehmitz. Αυτό το εμβληματικό μπαρ στην περιοχή με τα κόκκινα φανάρια θα αποτελέσει έμπνευση και έναυσμα για την ιδιαίτερα επιτυχημένη καριέρα του Petersen, που ξεχώρισε ως καλλιτέχνης για την ειλικρίνεια και την αυθεντικότητά του. O Petersen, στις αρχές της δεκαετίας του ‘60, σπούδαζε στο Αμβούργο Γερμανικά και αποφάσισε να επισκεφθεί ξανά τα παλιά γνώριμα μέρη για να συναντήσει τους παλιούς του φίλους. Μια φίλη του λοιπόν στο Αμβούργο του δίνει ένα ραντεβού στο συγκεκριμένο καφέ μπαρ, όπου θα περάσουν μαζί όμορφα χορεύοντας και διασκεδάζοντας μέχρι το πρωί. Η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, ο καπνός από τα τσιγάρα, η μουσική, η ορμή του χορού αλλά και οι στιγμές ακολασίας από τους τρυφερούς, περιθωριακούς θαμώνες ελκύουν τον Petersen, που θα επέστρεφε πλέον πολύ συχνά για τα επόμενα τρία χρόνια στον γλυκό αυτό “τόπο του εγκλήματος”.  Ο ίδιος ο φωτογράφος θα πει ότι “οι άνθρωποι είχαν μια αυθεντική παρουσία και μια ειλικρίνεια που λείπει σήμερα, ο κόσμος εκεί σου επιτρέπει να είσαι αυθεντικός,  απελπισμένος, τρυφερός, να κάθεσαι μόνος σου ή να γίνεσαι μέρος της παρέας. Μέσα στην ευαλωτότητα, υπήρχε μεγάλη ζεστασιά και ανοχή”.

Anders Petersen – Café Lehmitz

Αυτά λοιπόν τα χρόνια , φιλοξενούμενος μάλιστα για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην κουζίνα του bar, θα φωτογραφίσει αυθόρμητα και σχεδόν “ακατέργαστα” ανθρώπους που ουσιαστικά δεν ανήκουν πουθενά, αλλά βρίσκουν το βαθύτερο νόημα όταν βρίσκουν ο ένας τον άλλον σε αυτό το διονυσιακό μεθυστικό μέρος , συνυπάρχοντας και νιώθοντας έστω και παροδικά ότι δεν είναι μόνοι, δημιουργώντας μια κατάσταση που εμπεριέχει χαρά και θλίψη αλλά και μια εύθραυστη ομορφιά μέσα από την προσωρινή απουσία της σκληρής “κανονικότητας”.

Εκεί λοιπόν, σε αυτή την απόμερη, υγρή και περιθωριακή πλευρά του Αμβούργου, σε αυτό το μυσταγωγικό, περιθωριακό μπαρ με τους περιπλανώμενους λιμενεργάτες, ναυτικούς, άνεργους, περιθωριακούς και ιερόδουλες, ο Anders Petersen θα δημιουργήσει ένα από τα πιο αξιόλογα  φωτογραφικά λευκώματα όλων των εποχών, έχοντας αποδείξει ότι η πραγματική σύνδεση και η φιλία με τους ανθρώπους είναι αυτό που δημιουργεί την αμεσότητα και την οικειότητα σε ένα καλλιτεχνικό έργο. Το βλέμμα του Petersen δεν καταγράφει, ούτε διερευνά, αντιθέτως λειτουργεί σαν μια συμπονετική ματιά στην τρυφερή πλευρά των απόκληρων ανθρώπων που η ζωή έτυχε να τους επιφυλάξει σκληρότητα και τραχύτητα,  όχι κατ’επιλογή, αλλά κυρίως λόγω κάποιας ατυχίας ή άλλων δυσμενών περιστάσεων.

Anders Petersen – Café Lehmitz

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφερθώ στην ιδιαίτερη σημασία που δίνει ο φωτογράφος στην “συνάντηση” με τον συνάνθρωπο, στην ανθρώπινη επαφή που αφήνει ένα βαθύτερο αποτύπωμα μέσα μας , κάποιο συναίσθημα που μας ανυψώνει και ίσως δεν ξεθωριάζει τόσο εύκολα όσο η φωτογραφία, που για τον ίδιο, όπως λέει, δεν είναι αυτοσκοπός.

Απεναντίας, πρέπει πρώτα να είσαι παρών στα γεγονότα ως άνθρωπος και μετά με όποια άλλη ιδιότητα κατέχεις. Εν προκειμένω θα λέγαμε ότι μια φωτογράφιση χωρίς να εστιάζουμε στον άνθρωπο απέναντί μας θα είναι μια απλή απεικόνιση και όχι μια κατάθεση ψυχής.

Το πρώτο λεύκωμα του Petersen “Cafe Lehmitz” εκδόθηκε στη Γερμανία το 1978 και ακολούθησαν βέβαια αρκετές άλλες παραγωγές, εκθέσεις και εκδόσεις. Η πρώτη έκθεση μάλιστα πραγματοποιήθηκε αρκετά χρόνια πριν την έκδοση του λευκώματος στον ίδιο τον χώρο του Cafe Lehmitz με 350 ασπρόμαυρες φωτογραφίες που σε λίγες ημέρες μάλιστα “εξαφανίστηκαν” από τον χώρο, όπως μας λέει και ο ίδιος ο καλλιτέχνης, διότι έδωσε το ελεύθερο σε όποιον αναγνωρίζει τον εαυτό του σε κάποιες από αυτές να τις παίρνει. Αυτό ως γεγονός ίσως μπορεί να ερμηνευθεί ως μια πράξη ανταπόδοσης, ένα ευχαριστώ από τον καλλιτέχνη που επιστρέφει ευγενικά ότι απλόχερα του είχε δοθεί.

Anders Petersen – Café Lehmitz

Θα ήθελα επίσης να αναφέρω λίγα λόγια για το πώς συνδέθηκαν αυτοί οι δύο παράλληλοι καλλιτεχνικοί δρόμοι. Αν και δεν είναι καθόλου δύσκολο κάποιος να διαπιστώσει την βαθιά αισθητική ταύτιση αλλά και την κοινή εμμονή και των δύο καλλιτεχνών με το περιθώριο.

Ο Tom Waits αναζητώντας ιδέες για το εξώφυλλο του Rain Dogs ανακαλύπτει στο έργο του Anders Petersen ένα βασικό κομμάτι της ίδιας της καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Αμέσως διέκρινε ότι οι φωτογραφίες του Petersen καταγράφουν με το βλέμμα του αυτό που θα μπορούσαμε να ακούσουμε στα τραγούδια του Rain Dogs.

Ο Petersen θα δηλώσει σε μια συνέντευξή του στο The Guardian ότι τον προσέγγισε η δισκογραφική εταιρία του τραγουδοποιού , του πρότεινε την συνεργασία και εκείνος συμφώνησε αμέσως, γιατί του άρεσε η μουσική του Tom Waits και ένιωθε ότι υπήρχε μια σύμπνοια, μια κοινή γλώσσα μεταξύ τους.   

Οι εικόνες, όπως είπαμε και παραπάνω, ταιριάζουν με τον ήχο του Tom Waits, που είναι και αυτός τραχύς και βαθιά ανθρώπινος, αλλά και στο βαθύτερο νόημα που είναι η ανάγκη για επαφή, αλληλεγγύη και συμπόνια των ευάλωτων και εύθραυστων ανθρώπων σε έναν κόσμο που τους αρνείται την συμμετοχή τους στην “κανονικότητα”.   Το άλμπουμ Rain Dogs μας αφηγείται ποιητικά, με τους ακατέργαστους ήχους και την ζεστή φωνή του Tom Waits, τις ζωές των ανθρώπων του περιθωρίου της Νέας Υόρκης με τον ίδιο τρόπο που αποτυπώνονται οι εικόνες των θαμώνων του Café Lehmitz.  Δηλαδή η σύνδεση των δύο αυτών ξεχωριστών έργων είναι βαθιά υπαρξιακή.

Παρατηρούμε παράλληλα, και από τους δύο καλλιτέχνες, την μη επιδίωξη της τελειότητας προτιμώντας την κοκκώδη υφή των εικόνων που συνοδεύονται από την βραχνή και ακατέργαστη φωνή του Tom Waits. Μέσω αυτής της σύνθεσης μουσικής και εικόνων συναντάμε την τέχνη, στην πιο ειλικρινή της έκφραση, που μέσα από τη φθορά αναδεικνύει την αυθεντική ποίηση του δρόμου.

Οι άνθρωποι, σε ένα μπαρ που γίνεται καταφύγιο ψυχής, εκθέτουν τις πληγές τους χορεύοντας μεθυσμένοι υπό τους ήχους των σκυλιών της βροχής. Ο Tom Waits και ο Anders Petersen με πλήρη ενσυναίσθηση και ανθρωπιά γίνονται ένα με την σάρκα αυτής της θλιβερής γιορτής, δίνοντας της μια οικουμενικότητα και διάρκεια στο χρόνο.

Νομίζω όμως ότι όλα τα παραπάνω, πολύ πιο άμεσα και επιτυχημένα,  μπορούν να συμπεριληφθούν σε τρεις μόνο στίχους από το υπέροχο τραγούδι Rain Dogs…

Ιnside a broken clock

Splashing the wine

With all the rain dogs…

Εκεί που σταματά για λίγο ο χρόνος , σε ένα ονειρικό χώρο έξω από την κανονικότητα , εκεί που πίνουμε αμέριμνα με τους χαμένους…εκεί στο Cafe Lehmitz