“Τα ίχνη της μνήμης” | Η Φωτογραφική Ομάδα Κατερίνης στα «ΠΥΔΝΕΙΑ 2025»

“Τα ίχνη της μνήμης” | Η Φωτογραφική Ομάδα Κατερίνης στα «ΠΥΔΝΕΙΑ 2025»

“Τα ίχνη της μνήμης”

Φωτo-γραφές στα «ΠΥΔΝΕΙΑ 2025

Εγκαίνια της ομαδικής έκθεσης φωτογραφίας της Φωτογραφικής ομάδας Κατερίνης – μουσική εκδήλωση με τους Γιάννη Αναγνωστόπουλο και Βάιο Παλέγκα.

Η Φωτογραφία συναντά τη Μουσική στο Βυζαντινό κάστρο Αρχαίας Πύδνας Μακρυγιάλου.

Σταύρος Μακρίδης

Η Φωτογραφική ομάδα Κατερίνης συμμετέχει φέτος για πρώτη φορά, στις πολιτιστικές εκδηλώσεις «ΠΥΔΝΕΙΑ 25» που διοργανώνονται από τον ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟ – ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ – ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΜΑΚΡΥΓΙΑΛΟΥ “Η ΣΤΕΓΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ” με την ομαδική έκθεση φωτογραφίας “Τα ίχνη της μνήμης” που πλαισιώνεται μουσικά, την βραδιά των εγκαινίων, από τους Γιάννη Αναγνωστόπουλο και Βάιο Παλέγκα, στον ιδιαίτερο και επιβλητικό αρχαιολογικό χώρο της Πύδνας.

Μένη Σεϊρίδου

Το Σάββατο 19 Ιουλίου 2025, μετά τις 21:00, σας περιμένουμε με χαρά, να γίνουμε μια μεγάλη παρέα, να μιλήσουμε για φωτογραφία, για τέχνη και πολιτισμό και να απολαύσουμε τον Γιάννη και τον Βάιο, οι οποίοι με τις κιθάρες και τη φωνή τους μας υπόσχονται ταξίδια μελωδικά στα μονοπάτια της έντεχνης μουσικής.

 

“Το παρελθόν όταν θυμόμαστε συμβαίνει τώρα. Το μέλλον όταν επιθυμούμε συμβαίνει σήμερα. Το να υπερασπίζεσαι τον χρόνο είναι η υπεράσπιση του πολιτισμού.”

Κάρλος Φουέντες

 

Αντιγόνη Ταχτσίδου

Ίσως οι περισσότεροι να θεωρούν ότι η προσπάθεια να φωτογραφίσει κάποιος τη μνήμη, ισοδυναμεί με προσπάθεια να εγκλωβίσεις τον χρόνο.

Είναι σαν να νομίζεις ότι καθηλώνοντας τη στιγμή σε ένα κάδρο, αιχμαλωτίζεις τον χρόνο, εμποδίζεις την φθορά. Και μπορεί όντως να θέλουμε να εμποδίσουμε την φθορά. Ή ακόμα καλύτερα να θέλουμε επιστρέψουμε σε στιγμές που η φθορά αυτή δεν υπήρχε ή δεν ήταν ορατή.

Όταν κοιτάζουμε εικόνες από το παρελθόν, συχνά αναρωτιόμαστε τι έχει αλλάξει από τότε. Τις περισσότερες φορές έχουν αλλάξει τα πάντα. Κυρίως γιατί έχουμε αλλάξει εμείς.

Κάποιοι θεωρούν ματαιοπονία να εγκλωβίζεις τον χρόνο με μία μηχανή. Όμως στην πραγματικότητα η φωτογράφιση της μνήμης είναι τόσο μάταιη όσο και η ίδια η μνήμη. Οι φωτογραφίες ανήκουν σε στιγμές που δεν αλλάζουν. Ότι και να έγινε μετά, όσο κι αν άλλαξαν όλα τα δεδομένα, η στιγμή παραμένει παγωμένη στο χρόνο.

Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τη μνήμη. Μια δυνατή στιγμή, όσο κι αν προσπαθείς να την αλλάξεις, μένει αναλλοίωτη.

Αυτό είναι και η αποτύπωση της. Μια ανάμνηση αυτών που έγιναν και δεν ξεγράφουν πια. Μια κατάδυση μέσα από το παρελθόν που καταλήγει στο παρόν. Γιατί όσο κι αν έχουμε αλλάξει από το παρελθόν μας, αυτό που είμαστε τώρα, εξαρτάται κυρίως από αυτό που ήμασταν και από τις αναμνήσεις μας.

Παναγιώτης Φτάρας

Στα ίχνη της φωτογραφημένης μνήμης
[Σχόλια στην έκθεση της Φωτογραφικής Ομάδας Κατερίνης (Πύδνεια 2025)]

«Η φωτογραφία επαναλαμβάνει με μηχανικά μέσα εκείνο που δεν μπορεί ποτέ πια να επαναληφθεί» (Μπαρτ, Ο φωτεινός θάλαμος. Σημειώσεις για τη φωτογραφία, 1984, σ. 140) θα γράψει ο σπουδαίος Ρολάν Μπαρτ. Γι’ αυτό και οι φωτογραφίες συνδέονται πάντοτε με μια παρουσία, ένα δυναμικό τώρα, ένα αντικείμενο ή ένα πρόσωπο.
Τι βλέπουμε στις φωτογραφίες της κατερινιώτικης ομάδας; Θερμές γυναίκες που επισκέπτονται με νοσταλγία τις έγχρωμες παιδικές μνήμες ενός παρατημένου σήμερα εσωτερικού, παιδικές κούκλες, αθύρματα ενός παρελθόντος που σε κάνει να δακρύζεις από συγκίνηση, έρημα δωμάτια πλημμυρισμένα από τα ξερά φύλλα του φθινοπώρου, με την πατίνα του χρόνου πάνω τους, κομίζοντας μιαν αίσθηση φθοράς οριστικά παρούσας αφού εξακολουθεί να μας βασανίζει. Κι ακόμα: φωτογραφίες μέσα στις φωτογραφίες διά των οποίων η μνήμη διαστέλλεται προκειμένου να συμπεριλάβει το τρυφερό παρελθόν, τουριστικές καρτ ποστάλ από επισκέψεις στην καρδιά της βρετανικής αποικιοκρατίας, ταχυδρομικά δελτάρια σταλμένα με χαρά κατεπείγουσα σε φίλους και φίλες, σπίτια στο άσημο χωρίον Γάβρος, πόρτες γδαρμένες από τον αδυσώπητο καιρό, κλειδαριές σκουριασμένες και κλειδιά που κάποτε άνοιγαν τον δρόμο προς την ευτυχία ή την συνάντηση, παράθυρα χάσκοντα σε ερημικά χωριά —ακατοίκητα σήμερα— αλλά και ασπρόμαυρες φωτογραφίες οι οποίες επιτρέπουν τον χρόνο να αποτυπωθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια και δροσερή διαύγεια.
Άλλοτε η μνήμη επιμένει σε ερείπια, κιόσκια διάτρητα από την εγκατάλειψη στο πουθενά, χαλάσματα ανοιχτά, γκρεμισμένα, που κρύβουν ωστόσο παμπάλαιες φιλίες, παππούδες και γιαγιάδες μιας άλλης εποχής, παιδικά ονόματα που μεταδίδουν τη μοναδική θαλπωρή της πρώτης, ανυπεράσπιστης, ανεπίστρεπτης και μυθικής παιδικής ηλικίας.
Η φωτογραφία βεβαίως χρησιμοποιείται και στην αρχαιολογία. Είτε ως αναπαράσταση ενός μουσειακού, μνημειακού, ασύγκριτου παρελθόντος (από τον 19ο αιώνα μέχρι τη μεσοπολεμική Νelly’ s και τις σημερινές αποτυπώσεις της Ακρόπολης) είτε ως μνήμη η οποία γίνεται αρχαιολογική εντρύφηση στο ιστορικό παρελθόν προκαλώντας τον σύγχρονο θεατή να μελετήσει τις διαφορές: σταθμοί του μετρό, παραδείγματος χάριν, όπου το σύγχρονο, αγχωμένο και καταναλωτικό μάτι του επισκέπτη συγκρούεται με την κλασική αρμονία, την ισορροπία των σπαραγμάτων από μια αρχαία ανασκαφή ή στέκεται με μεταφυσική απορία μπροστά σε ένα σπόλιο, ένα τυχαίο εύρημα με ανυπολόγιστη ωστόσο αξία αφού ξεκινάει από τις ρίζες του συλλογικού μας καταγωγικού κώδικα. Πρόκειται για κάλεσμα αυτογνωσίας μέσα από την αναπαράσταση δύο ριζικά διαφορετικών κόσμων. Το πού θα σταθεί η ματιά του καθενός μας είναι θέμα ερμηνείας.
Αρχαιολογικές απόπειρες συνιστούν και οι βιομηχανικές μνήμες του εργοστάσιου εμποτισμού στον σιδηροδρομικό σταθμό Κατερίνης. Καλά καδραρισμένα ασπρόμαυρα δείγματα μιας εποχής που μας συνδέει με τις αρχές του 20ού αιώνα και την ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου, κλίβανοι, βαγόνια και εμβληματικά φουγάρα, οι ναοί της τεχνολογικής απογείωσης, αποπνέουν τη μυρωδιά της πίσσας για την κατασκευή των στρωτήρων, μια φωτογραφική τεκμηρίωση τετελεσμένη, μοναδικό ίχνος της μεσοπολεμικής αίγλης ενός ακίνητου τώρα παρόντος.
Ενίοτε η μνήμη των φωτογράφων επιστρέφει σε απλούστερα θέματα, σε μια απόμερη μικρή εκκλησία φερ’  ειπείν, η οποία μας προτείνεται να τη διαβάσουμε σαν μια σπονδή στη εκκλησιαστική ναοδομία ή σαν αρχιτεκτονική αναστάσιμη γαλήνη στην καρδιά της φύσης. Κι αυτό γιατί —φαίνεται να μας λέει η φωτογραφία καθώς αφηγείται την ιστορία της— η ευλαβής ιερότητα, η παπαδιαμαντική κατάνυξη, βρίσκονται κοντύτερα στη νοσταλγία των πενήτων, πλησιέστερα στην αρχαϊκή πίστη, στη νεότητα του ανείπωτου μηνύματος για τον πεπτωκότα άνθρωπο των πόλεων. Ταυτόχρονα, η αρχαιοπρεπής και επιβλητική γυναίκα με τις κοτσίδες και την μοδάτη τσάντα εντυπωσιάζει με φόντο το όμορφο, ημικατεστραμμένο ιερό με τον μικρό σταυρό επί του τρούλου. Άλλης τάξεως ιερότητα.
Η μνήμη της καλλιτεχνικής δημιουργίας—οι μπογιές και τα πινέλα σε ένα δοχείο—μας καλούν να ανασυγκροτήσουμε τη σχέση μας με την πρωτότυπη δημιουργία, τη χαρά του καλλιτεχνικώς πράττειν προκειμένου να ολοκληρώσει ο άνθρωπος (ερασιτέχνης ή ώριμος δημιουργός αδιάφορο) την δημιουργική του παρουσία επί της γης, να γευτεί την αθανασία του σχεδίου, της σύλληψης, της εκτέλεσης μιας εσώτερης ανάγκης για ολοκλήρωση ως απάντηση ίσως για το πένθος που μας περιβάλλει.
Οι λυρικές εικόνες, οι αμφίσημες ή αλληγορικές λήψεις, η επισήμανση του χρόνου που κυλά παραχωρούν τη θέση τους καμιά φορά σε πιο σκληρά σχόλια, σχεδόν γκροτέσκα σουρεαλιστικές εικόνες που θυμίζουν Μπέϊκον: ο άνθρωπος-ζώο με τη μάσκα του γουρουνιού είναι έτοιμος να καταβροχθίσει την μπριζόλα του—να συμβάλει δηλαδή στην εξόντωση ενός άλλου συμβιωτικού όντος, ενώ κάθεται, το παχύσαρκο ζώον, παθητικά ευνουχισμένο και ανίδεο, απολαμβάνοντας το γεύμα του.
Στις ευτυχισμένες στιγμές της φωτογραφικής έκθεσης ανήκουν και οι ανοίκειες, παράξενες αλληγορίες όπως εκείνη η διπλή πολυθρόνα που, αντί να θερμαίνει την ατμόσφαιρα ενός οικογενειακού καθιστικού, βρίσκεται εξορισμένη στο χιονισμένο τοπίο, ξένη με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, εκτός εποχής, άχρηστη, αποσυνάγωγη όπως ίσως και πολλοί από εμάς σε κάποιες στιγμές του καθ’  ημέραν βίου.
Άλλοι φωτογράφοι αρέσκονται στις αντιπαραθέσεις του παλιού με το καινούργιο: ένα ετοιμόρροπο κτίσμα σε γειτνίαση με το νεόδμητο μοντέρνο κτίσμα αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση (το παλιό κατακτάται από το δυναμικό νέο, η συντήρηση αντιμέτωπη με το φιλελεύθερο σύμπαν, ο ρομαντισμός καταργείται από τη νεωτερικότητα).
Μια βάρκα δεμένη στο μώλο υπενθυμίζει τον σύνδεσμό της με τη ζωή του σταθερού χώματος και την βαθιά διάρκεια του ανθρώπινου μόχθου, η ξεχαρβαλωμένη καρέκλα από την άλλη υποδηλώνει την απώλεια, την άνιση μάχη του ψαρά με τον χρόνο. Το αυτοκίνητο, ένας σκελετός από λαμαρίνες, έχει χάσει τη λάμψη του, κείτεται εκεί νεκρό, ασυγκίνητο, φέρνοντας ίσως και μνήμες από την παρελθούσα κίνηση στους νυχτερινούς δρόμους της αγάπης. Μια λύπη που συμφέρει στην ομορφιά.
Στις φωτογραφίες της έκθεσης οι φωτογράφοι κοπίασαν, έδωσαν τη δική τους μάχη με τον χρόνο, αποτύπωσαν τα ίχνη μιας ιδιωτικής μνήμης που αφηγείται με όσο γίνεται μεγαλύτερη δεξιότητα το γλιστερό έδαφος της πραγματικότητας, την πάλη της ομορφιάς απέναντι στην αδυσώπητη φθορά, προτείνοντάς μας τα ωραία χαλάσματα της επιθυμίας τους. Κι αυτό δεν είναι λίγο!

Αντώνης Κάλφας
Φιλόλογος, συγγραφέας

Συμμετέχουν οι φωτογράφοι:
Σάββας Αμανατίδης, Συμεών Δερμεντζίδης, Αθανάσιος Δήμου, Γεωργία Ελμαλιώτη, Αθηνά Καρακασίδου, Όλγα Κουτλουμπάση, Αντώνης Κωσταμπίτσης, Σταύρος Μακρίδης, Σταυρούλα Μπαρμπαγεωργοπούλου, Ελένη Ποπκιώση, Μένη Σεϊρίδου, Αντιγόνη Ταχτσίδου, Παναγιώτης Φτάρας, Πέτρος Χριστοδούλου.
Συμμετέχουν οι μουσικοί:
Γιάννης Αναγνωστόπουλος, Βάιος Παλέγκας.

Επιμέλεια έκθεσης:
Μένη Σεϊρίδου, Παναγιώτης Φτάρας.

Για την έκθεση θα μιλήσουν:
Αντώνης Κάλφας: Φιλόλογος, συγγραφέας.
Μένη Σεϊρίδου: Φωτογράφος, επιμελήτρια.
Παναγιώτης Φτάρας: Φωτογράφος, εκδότης.

Αθανάσιος Δήμου


Info:
Εγκαίνια: Σάββατο 19 Ιουλίου 2025, στις 21:00.
Διάρκεια έκθεσης: 19 – 25 Ιουλίου 2025.
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα έως Παρασκευή 10:00 – 19:00 και Κυριακή 10:00 – 15:00.
Χώρος: Βυζαντινό κάστρο Αρχαίας Πύδνας Μακρυγιάλου.
Είσοδος δωρεάν.

Πέτρος Χριστοδούλου