Η φωτογραφία και η συλλογική μνήμη – Σκέψεις με αφομή τις φωτογραφίες απο την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή το 1944
Η φωτογραφία, από την εφεύρεσή της μέχρι σήμερα, δεν υπήρξε ποτέ μια απλή τεχνική καταγραφή του ορατού κόσμου. Αποτελεί ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο που αναδιατάσσει τη σχέση μας με τον χρόνο, την ιστορία και, κυρίως, τη μνήμη. Όταν μιλάμε για τη συλλογική μνήμη, αναφερόμαστε σε αυτό το κοινό απόθεμα αναμνήσεων, συμβόλων και γνώσεων που μοιράζεται μια ομάδα (ένα έθνος, μια τάξη, μια κοινότητα) και το οποίο συγκροτεί την ταυτότητά της. Η φωτογραφία είναι το «υλικό» πάνω στο οποίο κεντιέται αυτή η μνήμη.
Η δύναμη της φωτογραφίας στη συλλογική μνήμη πηγάζει από αυτό που ο Roland Barthes ονόμασε στο έργο του «Ο Φωτεινός Θάλαμος» ως «αυτό-υπήρξε» (ça-a-été). Σε αντίθεση με τη ζωγραφική ή τη λογοτεχνία, η φωτογραφία φέρει μια αδιαμφισβήτητη πιστοποίηση παρουσίας. Το γεγονός ότι το φως ανακλάστηκε πάνω σε ένα σώμα και αποτυπώθηκε σε μια επιφάνεια προσδίδει στην εικόνα μια αύρα αλήθειας.
Για τη συλλογική μνήμη, αυτή η ιδιότητα είναι καθοριστική. Η φωτογραφία μετατρέπει την αφηρημένη ιστορία σε χειροπιαστή πραγματικότητα. Όταν βλέπουμε τις φωτογραφίες από την απελευθέρωση της Αθήνας το 1944, η ιστορική γνώση παύει να είναι μια παράγραφος σε ένα σχολικό βιβλίο και γίνεται ένα βιωματικό γεγονός που μοιραζόμαστε ως κοινωνία.

Καισαριανή 1/5/1944
Ο Barthes εισήγαγε την έννοια του studium, η οποία αφορά το πολιτισμικό, ιστορικό και πολιτικό ενδιαφέρον που δείχνουμε για μια φωτογραφία. Μέσα από το Studium, η φωτογραφία λειτουργεί ως εκπαιδευτικό εργαλείο. Μας διδάσκει πώς ήταν οι πρόγονοί μας, πώς ντύνονταν, πώς διαδήλωναν, πώς πενθούσαν.
Η συλλογική μνήμη δεν είναι στατική· οικοδομείται. Οι φωτογραφίες που επιλέγονται να διατηρηθούν σε αρχεία, όπως το Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη, καθορίζουν ποια γεγονότα θα θεωρηθούν «άξια μνήμης». Έτσι, η φωτογραφία γίνεται ένα εργαλείο επιλογής: φωτίζει ορισμένες πτυχές της ιστορίας και αφήνει άλλες στο σκοτάδι, διαμορφώνοντας την εθνική ή κοινωνική μας συνείδηση.
Ο Γάλλος ιστορικός Pierre Nora ανέπτυξε την έννοια των «Τόπων Μνήμης» (Lieux de Mémoire). Σε μια εποχή που η οργανική μνήμη (αυτή που μεταφέρεται από στόμα σε στόμα) εξασθενεί, η κοινωνία δημιουργεί «τεχνητούς» τόπους για να διαφυλάξει το παρελθόν της. Η φωτογραφία είναι ίσως ο πιο ισχυρός από αυτούς τους τόπους.
Σκεφτείτε τη φωτογραφία ως ένα «εξωτερικό αρχείο» του εγκεφάλου μας. Χωρίς την εικόνα, τα μεγάλα τραύματα ή οι μεγάλες νίκες μιας κοινότητας θα ξεθώριαζαν. Η φωτογραφία «παγώνει» το χρόνο, επιτρέποντας στις επόμενες γενιές να πραγματοποιήσουν μια «επίσκεψη» στο παρελθόν. Αυτή η διαδικασία είναι ζωτική για τη συνοχή μιας ομάδας: θυμόμαστε όλοι μαζί το ίδιο γεγονός, με τον ίδιο οπτικό τρόπο.

Καισαριανή 1/5/1944
Ο Barthes εισήγαγε και μια δεύτερη έννοια στη φωτογραφία: το punctum. Αν το studium μας συνδέει με την ιστορία, το punctum (η τραυματική, προσωπικά συγκινητική λεπτομέρεια που δημιουργεί μια άμεση σχέση με το αντικείμενο ή το άτομο που περιέχεται σε αυτήν, δηλ. η λεπτομέρεια που μας «χτυπά» συναισθηματικά) μας συνδέει με την ανθρώπινη πλευρά της ιστορίας. Στη συλλογική μνήμη, αυτό μεταφράζεται στην ικανότητα μιας εικόνας να προκαλεί ενσυναίσθηση: Μια φωτογραφία ενός πρόσφυγα από την Καταστροφή της Σμύρνης που κρατά ένα κλειδί δεν μας μιλά μόνο για τα πολιτικά πεπραγμένα της εποχής· μας μιλά για την απώλεια του σπιτιού. Αυτή η προσωπική ταύτιση είναι που μετατρέπει την ψυχρή ιστορική πληροφορία σε ζωντανή συλλογική μνήμη. Η μνήμη γίνεται «συλλογική» ακριβώς επειδή πολλοί άνθρωποι αισθάνονται την ίδια συναισθηματική δόνηση (punctum) βλέποντας την ίδια εικόνα.
Η σχέση φωτογραφίας και συλλογικής μνήμης είναι επίσης μια σχέση εξουσίας. Συχνά, η κυρίαρχη μνήμη επιβάλλεται μέσα από επίσημες φωτογραφίες. Ωστόσο, η ύπαρξη «αντί-αρχείων» ή ερασιτεχνικών λήψεων μπορεί να ανατρέψει το αφήγημα.
Η φωτογραφία επιτρέπει σε περιθωριοποιημένες ομάδες να διεκδικήσουν τη θέση τους στη συλλογική μνήμη. Η ανάσυρση φωτογραφιών από την καθημερινή ζωή των εργατών ή των γυναικών σε προηγούμενες δεκαετίες αναγκάζει την κοινωνία να επαναπροσδιορίσει τι θεωρεί σημαντικό. Έτσι, η μνήμη δεν είναι μόνο μια αναπόληση, αλλά μια συνεχής διαπραγμάτευση για το παρόν.

Καισαριανή 1/5/1944
Η ανακάλυψη των φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή αποτελεί ένα συγκλονιστικό παράδειγμα του πώς η φωτογραφία μπορεί να «στοιχειώσει» και ταυτόχρονα να αναζωογονήσει τη συλλογική μνήμη. Με αφορμή αυτό το υλικό, η θεωρία του Roland Barthes αποκτά μια ωμή, υλική υπόσταση.
Για δεκαετίες, η εκτέλεση της 1ης Μαΐου 1944 στην Καισαριανή υπήρχε στη συλλογική μνήμη ως μια ηρωική πράξη αλλά και ως γραπτή ιστορική μαρτυρία. Η εμφάνιση των φωτογραφιών που τράβηξε ένας Γερμανός στρατιώτης (;) τεκμηριώνει το γεγονός.
Εδώ, το «αυτό-υπήρξε» του Barthes λειτουργεί ως δικαστικό τεκμήριο. Η φωτογραφία δεν μας λέει απλώς «έγινε μια εκτέλεση», αλλά μας δείχνει το αίμα στο χώμα, τα σώματα στοιβαγμένα, το βλέμμα των εκτελεστών. Η συλλογική μνήμη παύει να βασίζεται στη φαντασία και επικεντρώνεται στην αδιαμφισβήτητη οπτική απόδειξη.
Αναλύοντας αυτές τις φωτογραφίες, αναγνωρίζουμε το πλαίσιο. Βλέπουμε τις στολές των ναζί, το τοπίο του Σκοπευτηρίου, τη διαδικασία της μεταφοράς. Αυτό είναι το πληροφοριακό επίπεδο που εμπλουτίζει την ιστορική μας γνώση για την Κατοχή και την Αντίσταση (το studium κατά τον Barthes).
Το στοιχείο που μας «τρυπά» σε αυτές τις εικόνες είναι η ανθρώπινη λεπτομέρεια μέσα στη θηριωδία. Μπορεί να είναι ένα πεσμένο royxo, η στάση ενός σώματος που μόλις δέχτηκε τη σφαίρα, ή η απόκοσμη ηρεμία του τοπίου. Αυτές οι λεπτομέρειες είναι που μετατρέπουν τον «αριθμό 200» σε 200 ανθρώπινες υποστάσεις, προκαλώντας μια βίαιη συναισθηματική ταύτιση (το punctum κατά τον Barthes).

Καισαριανή 1/5/1944
Ο Barthes υποστήριζε ότι η φωτογραφία είναι μια «ακινητοποιημένη στιγμή». Στην περίπτωση της Καισαριανής, η ακινητοποίηση αυτή λειτουργεί ως αντίσταση στη λήθη. Η δημοσιοποίηση αυτού του αρχείου λειτουργεί ως μια συλλογική τελετή μνήμης. Η φωτογραφία εδώ δεν είναι απλώς παρελθόν· είναι ένα «ζωντανό» ερώτημα προς το παρόν. Όταν το ευρύ κοινό βλέπει αυτές τις εικόνες στο διαδίκτυο ή στον τύπο, η συλλογική μνήμη ενεργοποιείται ξανά, απαιτώντας δικαίωση και αναστοχασμό.
Μια κρίσιμη διάσταση που αναδεικνύεται είναι η προέλευση της φωτογραφίας. Οι εικόνες τραβήχτηκαν από την πλευρά των θυτών (Γερμανός φωτογράφος). Η συλλογική μνήμη, ωστόσο, τις «ιδιοποιείται» και τις μετατρέπει σε σύμβολα των θυμάτων. Αυτή η μετατόπιση του βλέμματος είναι που καθιστά τη φωτογραφία ένα δυναμικό εργαλείο: το ίδιο κλικ που κάποτε χρησίμευε ως τρόπαιο ή αναφορά υπηρεσίας, σήμερα αποτελεί μνημείο αυτοθυσίας.
Η φωτογραφία είναι ο καθρέφτης στον οποίο η κοινωνία κοιτάζει το παρελθόν της για να καταλάβει το παρόν της. Όπως θα έλεγε και ο Barthes, μας προσφέρει μια «περιπέτεια» της βλέψης. Μέσα από το studium και το punctum, μέσα από τα αρχεία και τους «Τόπους Μνήμης», η φωτογραφία διασφαλίζει ότι η συλλογική μας ταυτότητα δεν θα χαθεί στη λήθη. Είναι ο συνεκτικός δεσμός που μας επιτρέπει να λέμε «εμείς», αναγνωρίζοντας τις κοινές μας εικόνες.








