Βούλα Παπαϊωάννου – Η φωτογράφος της Κατοχής

ΒΟΥΛΑ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ /
VOULA PAPAIOANNOU (1898-1990)

“Η Βούλα Παπαϊωάννου ανήκει σε ένα σπάνιο πλέον είδος φωτογράφων. Αυτών που με τις φωτογραφίες τους περιγράφουν, αφηγούνται και εικονογραφούν καθημερινά στιγμιότυπα ή εξαιρετικά γεγονότα, με την πεποίθηση πως το φωτογραφικό μέσο είναι ικανό να συλλάβει την ανθρώπινη φύση και να απεικονίσει ιδέες και συναισθήματα όπως ο πόνος, η στοργή, η καρτερικότητα ή η αξιοπρέπεια. Ανήκει στους φωτογράφους που πιστεύουν πως με τις φωτογραφίες τους μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, να συγκινήσουν, να προκαλέσουν το ενδιαφέρον, να διεγείρουν συνειδήσεις.
Και είναι αυτές ακριβώς οι πεποιθήσεις που προσδίδουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στο είδος της φωτογραφίας που αποκαλούμε ουμανιστική φωτογραφία.
Αυτό που παράγει τούτη τη φωτογραφία είναι το βλέμμα του φωτογράφου, είναι η συμπόνια του, η αισιοδοξία του, η πίστη του στις ανθρώπινες αξίες. Σ’ αυτό διαφέρουν τούτες οι φωτογραφίες απ’ όλες τις άλλες, στις οποίες θέμα είναι επίσης ο άνθρωπος και οι καταστάσεις της ζωής του.
​Η ανάγνωση των φωτογραφιών της Βούλας Παπαϊωάννου περνά σήμερα αναγκαστικά μέσα από το πρίσμα μιας σύγχρονης αντίληψης για την σχέση της φωτογραφίας με την πραγματικότητα, μιας αντίληψης που είναι σημαντικά διαφορετική από αυτήν της εποχής της δημιουργίας τους. Γιατί το εγχείρημα της ουμανιστικής φωτογραφίας «να εξηγήσει τον άνθρωπο στον άνθρωπο» καθώς και η προσδοκία μιας παγκόσμιας οπτικής γλώσσας που θα επέτρεπε την επικοινωνία ανάμεσα στους λαούς, αποδείχθηκαν ολότελα ουτοπικές…”
(Κωστής Αντωνιάδης / απόσπασμα από την ομιλία του στο Μουσείο Μπενάκη για το έργο της φωτογράφου).

Η Βούλα Παπαϊωάννου γεννήθηκε το 1898 στη Λαμία. Έζησε τα παιδικά της χρόνια στο περιβάλλον μιας καλοβαλμένης αστικής οικογένειας των αρχών του 20ου αιώνα.

Ασχολήθηκε με τη φωτογραφία από το 1935 μέσω του αδερφού της καταγράφοντας στην αρχή τα εκθέματα του μουσείου Αθηνών. Στον πόλεμο του 1940, έγινε μάρτυρας στον αποχαιρετισμό των στρατευμένων, στις ετοιμασίες της Αθήνας για την αντιμετώπιση των εκτάκτων αναγκών και στη φροντίδα των πρώτων τραυματιών.

Όταν η πείνα έπληξε την πρωτεύουσα, κατήγγειλε τη φρίκη του πολέμου με τις συγκλονιστικές μορφές των αποσκελετωμένων παιδιών.

Μετά τον πόλεμο και στα πλαίσια της UNRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration), περιοδεύει την Ελλάδα με σκοπό να συγκεντρώσει φωτογραφίες για της συνθήκες ζωής των κατοίκων της υπαίθρου.

Ξεφεύγοντας συχνά από τις εντολές της υπηρεσίας της απαθανάτισε προσωπικές ιστορίες και φυσιογνωμίες απλών ανθρώπων που παραπέμπουν μάλλον στην αξιοπρέπεια παρά στην εξαθλίωση.

Στη δεκαετία του ’50 το έργο της εκφράζει την αισιοδοξία που επικρατούσε (μετά τον πόλεμο) για το μέλλον της ανθρωπότητας και ιδιαίτερα την τάση στην επάνοδο των παραδοσιακών αξιών. Πέρα από κάθε προηγούμενη ρομαντική προσέγγιση, αποτύπωσε και πάλι το ελληνικό τοπίο με τα σημάδια της ιστορίας του, τραχύ, άνυδρο, λουσμένο στο φως και τους κατοίκους του φτωχούς, αυτάρκεις και περήφανους.

Το φωτογραφικό της έργο στη δεκαετία ’40-’50 είναι ένα συγκλονιστικό κοινωνικό ντοκουμέντο. Από κει και πέρα και μέχρι μια ασθένεια των ματιών της να την αναγκάσει να σταματήσει να φωτογραφίζει, η εκφραστική δύναμη της φωτογραφίας της αδυνατίζει και είναι περισσότερο μια ωραία τουριστική εκδοχή της Ελλάδας

Το 1952 (μαζί με τον Κ. Μπαλάφα, Σ. Μελετζή και Δ. Χαρισιάδη) υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας (ΕΦΕ) και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Φωτογραφικής Τέχνης (FIAP), φτάνοντας το 1962 στον τιμητικό τίτλο Artist FIAP.

Η Παπαϊωάννου εντάσσεται στο ρεύμα της «ανθρωπιστικής φωτογραφίας» που αναπτύχθηκε ως αντίδοτο της κατάλυσης των ανθρωπίνων αξιών εξαιτίας του πολέμου. Ο αγώνας των συμπατριωτών της για επιβίωση, όπως αποτυπώθηκε από το φακό της με σεβασμό, καθαρή ματιά και διακριτική συμμετοχή, αποκτά παγκοσμιότητα και αντανακλά την πίστη στη δύναμη του απλού ανθρώπου και στην αξία της ζωής.

Το φωτογραφικό της έργο ανήκει εδώ και χρόνια στο αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.

Η Φανή Κωνσταντίνου, υπεύθυνη του Φωτογραφικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη, γράφει: «Το σύνολο του έργου της αποτελεί ένα σημαντικό ντοκουμέντο ιστορικής αξίας, μολονότι δεν απαθανατίζει σημαντικά γεγονότα, προσωπικότητες της δημόσιας ζωής ή πολεμικές συγκρούσεις. Με διακριτικότητα, σεβασμό και συγκρατημένη συναισθηματική συμμετοχή …κατορθώνει να συλλάβει βλέμματα, εκφράσεις και χειρονομίες, που υπαινίσσονται μάλλον παρά καταγράφουν, που δονούν τις αισθήσεις παρά αφηγούνται. Χάρη μάλιστα στις φωτογραφικές της αρετές, τη λιτότητα στην έκφραση και την αφαίρεση περιγραφικών λεπτομερειών, συχνά τα θέματά της αποκτούν διαχρονικότητα και αντανακλούν την πίστη στην ανθρώπινη δύναμη, αλλά και την αισιοδοξία που πηγάζει μέσα από ανατρεπτικές καταστάσεις».

Ο Κώστας Μπαλάφας, ο άλλος φωτογράφος της εποχής,  γράφει χαρακτηριστικά για την φωτογράφο: «Η Βούλα Παπαϊωάννου ήταν μία προικισμένη φωτογράφος με σπάνια χαρίσματα και αισθητική καλλιέργεια που έκαμε από κάθε έννοια εθνική φωτογραφία… Ξεχώριζε απ’τους γνωστούς φωτογράφους του καιρού της τόσο για την καθαρότητα της δουλειάς της όσο και για την προσπάθεια τολμηρών αναζητήσεων στη φωτογραφική έκφραση και την τεχνική πρακτική. Είναι απ’ τους λίγους που έκαμαν ποίηση με τη φωτογραφία και η μόνη απ’τους παλιούς φωτογράφους που άφησε έργο κοινωνικού προβληματισμού με διεισδυτική ματιά, καλοσύνη και ποιότητα ανθρωπιάς».