Νίκη Γλεούδη: “Αν η ποίηση είναι μαγεία, τότε η φωτογραφία είναι ποίηση. Αν η μουσική είναι μαγεία, τότε η φωτογραφία είναι μουσική!  Όπως και να το θέσεις είναι μαγεία!”

“I love exploring relationships, emotions and the energy that lies beneath”, αναφέρει η φωτογράφος Νίκη Γλεούδη στη σελίδα της κολεκτίβας BULB, της οποίας είναι μέλος. “In a World of Unicorns” είναι ο τίτλος της βραβευμένης φωτογραφίας της στα φετινά Lens Culture Sreet Photography Awards. «Σε ένα κόσμο μονόκερων» γεμάτο από μυστήρια, όπου κάθε τι μπορεί να είναι στο επίκεντρο και όλα είναι προφανή, αλλά ίσως και όχι, η φωτογράφος φωτογραφίζει, κυρίως εξερευνώντας, «έναν κόσμο που κινείται με ταχύτητα»… Και αυτό από μόνο του είναι μια πρόκληση για συζήτηση για την φωτογραφία και για τον «έρωτα» που νιώθει ο strange attractor για το χάος…

Η ενέργεια, οι σχέσεις είναι πράγματα που ίσως αποτυπώνονται μέσα από τις καταστάσεις που περιγράφουν οι φωτογραφίες δρόμου. Τα συναισθήματα, όμως, πώς άραγε περιγράφονται, και μάλιστα τόσο όμορφα, όπως το κάνεις εσύ; Με τα μάτια της καρδιάς, με τον φακό μόνο του, ή με τα μάτια μέσα από τον φακό;
Με τον φακό της καρδιάς θα έλεγα κυρίως. Σίγουρα χρησιμοποιώ όλο μου το είναι τη στιγμή που πατώ το κουμπί του κλείστρου. Χάνω τις υπόλοιπες αισθήσεις και επικεντρώνομαι ολοκληρωτικά στους ανθρώπους και στις καταστάσεις που φωτογραφίζω. Νιώθω ότι ταυτίζομαι μαζί τους. Αυτό όσον αφορά την ώρα τις φωτογράφισης. Πάντοτε αφήνω ένα χρονικό περιθώριο από εκείνη την στιγμή μέχρι να ξανακοιτάξω τη δουλειά μου στον υπολογιστή, όπως τον καιρό του φιλμ. Αυτό το γλυκό διάστημα της αναμονής κόβει τον ομφάλιο λώρο και μου επιτρέπει να δω την φωτογραφία ελαφρώς πιο αμερόληπτα, ώστε να κρίνω αν πραγματικά αξίζει. Στην αξιολόγηση αυτή παίζει μέγιστο ρόλο εάν μέρος της ενέργειας, που ένιωθα την ώρα του “κλικ”, υφίσταται, εάν νιώθω και εάν αποτυπώνεται κάποιο συναίσθημα την ώρα που την ξανακοιτώ. Όλα αυτά φυσικά είναι εντελώς υποκειμενικά.

Το αμερικάνικο περιοδικό burnmagazine του David Alan Harvey, φωτογράφου του Magnum, που φιλοξένησε την δουλειά σου, περιγράφει πώς μέσα στις φωτογραφίες σου αποτυπώνεις την μοναξιά των ανθρώπων των πόλεων και την αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ τους. Αποστασιοποίηση. Αυτό, πέρα από αισθητική προσέγγιση, είναι ήδη ένα κοινωνικό σχόλιο. Είναι και αυτό μέρος του ταξιδιού σου;
Βρέθηκα για λίγες μέρες στη Νέα Υόρκη, το 2016, προτού ξεκινήσω το project “Beach Stories” στην παραλία. Το συναίσθημα που αποκόμισα από τους δρόμους της πόλης αυτής ήταν η μοναχικότητα και έτσι επικεντρώθηκα στην απόλυτη στιγμή, που οι άνθρωποι είναι και αισθάνονται μόνοι, ακόμα και μέσα στην βαβούρα μιας μεγαλούπολης.

Παράλληλα βλέπω στα φωτογραφικά κάδρα σου έντονα καθαρές στιγμές, συχνά σαν μέρος ενός πλάνου. Πώς πιστεύεις ότι το σινεμά διαφοροποιείται από την φωτογραφία;
Πολλές φορές αναρωτήθηκα πώς θα ήταν η ενασχόληση με τον κινηματογράφο. Δυστυχώς δεν έτυχε να έχω την εμπειρία αυτή, οπότε θα απαντήσω ως μια απλή θεατής του σινεμά. Όταν πρόκειται για ανθρωποκεντρική φωτογραφία και τα δυο μέσα μεταχειρίζονται ηθοποιούς. Η φωτογραφία αποτυπώνει μια παγωμένη χρονική στιγμή, όπου ο θεατής καλείται να κρίνει το σενάριο, την ιστορία, τι προηγήθηκε και τι έπεται. Στον κινηματογράφο υπάρχει ροή, πλοκή, συνέχεια, ήχος, λόγος, μουσική, όπου όλα έχουν την τεχνική τους και πρέπει να συμπλέουν αρμονικά. Στην φωτογραφία καλείται ο θεατής να τα δημιουργήσει όλα αυτά, με την ψυχή του. Και αν τα καταφέρει, τότε σίγουρα μιλάμε για μια δυνατή φωτογραφία.

Πρόσεξα πως συνήθως αποφεύγεις τα βλέμματα που κοιτούν στο φακό. Είναι μια επιλογή που αποτυπώνει μια αντίστοιχη σκοπιμότητα;
Μέχρι να συναντήσω τον δάσκαλο και φίλο Κωνσταντίνο Μάνο, το 2016 (Magnum), επιζητούσα το βλέμμα, μια σπίθα που δυναμώνει την φωτογραφία, ακόμα και στις αυθόρμητες φωτογραφίες, όπου ήταν εφικτό. Ήταν βαθιά επικριτικός σε αυτό και από τότε ξεκίνησα να το αποφεύγω, ανακαλύπτοντας ότι, στην φωτογραφία δρόμου, την χρωματίζει πιο αυθόρμητα, σαν στιγμιότυπο. Λιγότερο στημένη. Παρόλα αυτά δεν το θεωρώ απαγορευτικό και ανάλογα με την περίσταση προσαρμόζομαι.

Κάποιες φορές έχω την αίσθηση πως ο φωτογράφος έχει αποστολή να οργανώσει το χάος εκεί έξω, έστω και αναδεικνύοντάς το…
Σίγουρα. Η οργάνωση του χάους ευθύνεται για τον όγκο των φωτογραφιών που συσσωρεύω! Βλέπω ομορφιά στο χάος, ομορφιά στην μοναχικότητα, ομορφιά στο “μαζί”  και προσπαθώ να τα αποτυπώσω. Και όταν όλα κινούνται και κυριαρχεί η θεωρία του Χάους, η οργάνωση αυτή γίνεται απίστευτα δύσκολη. Στην φωτογραφία δρόμου χρειάζεται πολλή προσμονή και υπομονή, παρατηρητικότητα, περπάτημα, τύχη, εργατικότητα και μεθοδικότητα για να βγει μια φωτογραφία όπου κάδρο, φως, σύνθεση, έκφραση, όλα να συμπνέουν αρμονικά.  Σπάνια ο μοναδικός παράγοντας είναι η τύχη.  Η οργάνωση του χάους μέσα από την θεωρία του χάους!

Διάβασα πως ξεκίνησες από τον σκοτεινό θάλαμο του πανεπιστημίου, όπου παρέμενες με τις ώρες, κάτι συγκινητικό για όποιον γνωρίζει την εμπειρία του Α/Μ. Και μετά αμέσως υπάρχει τόσο λαμπερό χρώμα στις φωτογραφίες σου… Το χρώμα – αναρωτιέμαι – υπάρχει ενδιάμεσα στο άσπρο και στο μαύρο και αναγκαστικά το ανακαλύπτουμε; Για σένα περιγράφει καλύτερα τα συναισθήματα;
Όταν ξεκίνησα να φωτογραφίζω, καθώς σπούδαζα, έβγαζα μονάχα ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Λάτρευα τον κόσμο του ασπρόμαυρου. Όπου και να κοιτούσα έβλεπα κάδρο και αποχρώσεις του γκρίζου, σαν να κοιτάζω την τελική φωτογραφία εκτυπωμένη και, αν δεν ειχα την μηχανή μου τη στιγμή που έβλεπα κάτι ενδιαφέρον, ένιωθα ένα κενό. Θυμάμαι την πρώτη μέρα που είχα μια έγχρωμη εργασία. Ένιωσα πανικό. Δεν ήξερα να το χειριστώ, ήταν σαν να έπρεπε να μιλήσω και να κατανοήσω μια ξένη γλώσσα. Παρόλο που ήταν η γλώσσα της πραγματικότητας και της καθημερινότητας, κάποιος θα ΑΝΤΕΚΡΟΥΕ.  Πιο λαϊκή, πιο πεζή ενδεχομένως;  Οι πρώτες φωτογραφίες ήταν τραγικές! Με τον καιρό άρχισα να κατανοώ τη νέα αυτή γλώσσα και άρχισα να βλέπω έγχρωμα. Η γοητεία του Α/Μ είναι κοινώς νομίζω παραδεκτή. Αποπνέει μια καλλιτεχνικότητα δυσεύρετη. Αλλά στο χρώμα βρίσκω μια ζωντάνια, έναν λόγο ύπαρξης του γαλάζιου ουρανού, της κόκκινης μπάλας, των χρωμάτων του ουράνιου τόξου του μονόκερου. Πιστεύω πως και στο Α/Μ και στο χρώμα εξίσου μπορεί να αποτυπωθεί το συναίσθημα. Αν και για μένα το χρώμα είναι συναίσθημα.

Θεσσαλονίκη, Η.Π.Α., κυρίως Μαϊάμι, είναι μέρος της πορείας σου. Το χρώμα σίγουρα βοηθά στην περιγραφή μια τέτοιας πολυπολιτισμικής εμπειρίας. Τι άλλο βοηθά στην φωτογραφική και προσωπική προσέγγιση σε τόσο διαφορετικές κουλτούρες;
Φωτογραφικά και προσωπικά προσεγγίζω τους ανθρώπους χωρίς κριτικό μάτι και χωρίς ετικέτες. Μου αρέσει να γίνομαι ένα με τον περίγυρό μου, σε οποιοδήποτε επίπεδο ή στάδιο ζωής και αν βρίσκονται. Βλέπω συναισθήματα – χρώματα, γεμίζω ενέργεια με την διαφορετικότητα, βλέπω αδελφές ψυχές. Ενωνόμαστε για όσο διαρκεί η φωτογράφιση, είτε φευγαλέα, είτε για πολλή ώρα, ή εν αγνοία τους. Γίνομαι ένα μαζί τους. Μπορεί να χορέψω μαζί τους φωτογραφίζοντας ή να μοιραστώ μια μπύρα. Νιώθω ευγνώμων για αυτή την εμπειρία. Βγαίνω από το μικρό κουτάκι μου και νιώθω ότι βλέπω τον κόσμο με τα μάτια και με την ψυχή τους. Και αυτό μου χαρίζει τόση ενέργεια, θα τολμούσα να πω και σοφία. Και παρόλο που τους περισσότερους δεν θα τους ξαναδώ, αισθάνομαι ότι πάντα κάτι μας συνδέει.

Σκέφτομαι συχνά αν τραβάμε φωτογραφίες που έχουμε στο μυαλό μας ή που υπάρχουν ήδη εκεί έξω, σαν εικόνες απλά κι ακόμα αν ολοκληρώνεται η διαδικασία σε εμάς και δεν συνεχίζεται από τον θεατή…
Πρόσφατα ανακάλυψα ότι σχεδόν σε κάθε τόπο μπορεί κανείς να βρει ένα θέμα να φωτογραφίσει. Στο παρελθόν περίμενα ιδανικότερες συνθήκες. Μια άσκηση που μπορεί κάποιος να κάνει, είναι να στηθεί σε ένα σημείο του δρόμου για δυο ώρες και να βγάζει φωτογραφίες. Είμαι σίγουρη ότι κάτι ενδιαφέρον θα βρει να φωτογραφίσει. Για μένα στην φωτογραφία δρόμου υπάρχουν οι εικόνες κρυμμένες ολόγυρά μας και απλά περιμένουν να ανακαλυφθούν, αρκεί να εκπαιδεύσουμε μάτια και ψυχή στο να τις βλέπουμε. Και αυτό γίνεται φανερά υποκειμενικά στον κάθε φωτογράφο και στο πώς βλέπει την ζωή. Φιλτράρεται και χρωματίζεται ανάλογα, όπως συμβαίνει σε κάθε καλλιτέχνη, ποιητή, ιστορικό κλπ. Σαφέστατα ακολουθεί και η ερμηνεία και ο διάλογος με τον θεατή μέσα από τα δικά του φίλτρα.

Στις φωτογραφίες δρόμου υπάρχει ένα σύνολο πραγμάτων και καταστάσεων και φαντάζομαι ότι τίθεται έντονα το ερώτημα του κροπαρίσματος. Αναρωτιέμαι αν διευκολύνει τον φωτογράφο κάτι τέτοιο και μήπως τελικά τον διευκολύνει «επικίνδυνα»…
Δεν γνωρίζω, γιατί δεν κροπάρω συνήθως καθόλου τα κάδρα μου.  Δεν το βλέπω όμως αρνητικά αν κάποιος κροπάρει, παρόλο που οι φωτογράφοι με τους οποίους έτυχε να συζητήσω διαφωνούν ριζικά. Ίσως είναι σαν να χρησιμοποιεί ένα δυνατό τηλεφακό σε τελική ανάλυση. Το αποτέλεσμα έχει σημασία.

Είναι ποίηση η φωτογραφία, ή αυτή είναι ήδη μια κακή ερώτηση;
Αν για σένα η ποίηση είναι μαγεία, τότε ναι, η φωτογραφία είναι ποίηση. Αν η μουσική είναι μαγεία, τότε θα σου έλεγα ότι η φωτογραφία είναι μουσική!  Όπως και να το θέσεις καταλήγω ότι είναι μαγεία!  Ότι εμπεριέχει πάθος, ρυθμό, ψυχή, δημιουργία, έρωτα, χρώμα, ενέργεια. Χαρακτηρισμοί που ταιριάζουν απόλυτα και στην ποίηση!

Συμφωνώ, πως ό,τι αγγίζει τα όρια της τέχνης είναι κατ’ εξοχήν μαγικό! Έτσι μας οδηγεί και έξω από τα όρια του εαυτού μας στο να ενωθούμε με τους άλλους. Και εσύ περιγράφεις πως η φωτογραφία είναι πιο πολύ από πάθος, ένα μέρος του εαυτού σου. Μίλησέ μας αν θες για το πώς και πότε ξεκίνησε αυτή η «υπέρβαση».
Είναι δύσκολο να προσδιορίσω από πότε ξεκίνησε αυτή η «υπέρβαση», γιατί από τα χρόνια της εφηβείας, όταν ο πατέρας μου μου χάρισε την παλιά του Kodak Retina ανακάλυψα την μαγεία της φωτογραφίας. Μετά όλοι μου οι φίλοι με θυμούνται με μια μηχανή στο χέρι, να αποτυπώνω στιγμές. Μετά τα 19 ασχολήθηκα πιο έντονα και σοβαρά, παρακολουθώντας παράλληλα κάποια μαθήματα, παρόλο που δεν ήταν το αντικείμενο των σπουδών μου. Από τότε ξεκίνησε ο έρωτας. Δουλεύοντας και ταξιδεύοντας για την εργασία μου, πάντα έβρισκα λίγο χρόνο, αντί για φαγητό ή ύπνο ή άλλη ελεύθερη δραστηριότητα, για να βγάλω φωτογραφίες. Μετά την γέννηση των παιδιών μου έπρεπε να περιορίσω την δραστηριότητα αυτή και αυτή η δεκαετία, ενώ μου χάρισε πολλά θετικά και με ολοκλήρωσε με την μοναδικότητα της μητρότητας, μου στέρησε την φωτογραφία. Φυσικά συνέχιζα να φωτογραφίζω, αλλά αυτό περιοριζόταν σε οικογενειακές στιγμές και καθόλου δρόμου ή άλλου είδους φωτογραφία. Προσπάθησα να ζωγραφίζω για να καλύψω το κενό. Είχα το αίσθημα κάποιας δημιουργίας καλλιτεχνικής, αλλά δεν συγκρινόταν με την φωτογραφία. Μετά την δεκαετία αυτή ξεκίνησα δειλά – δειλά να παρακολουθώ κάποια σεμινάρια, ως κίνητρο για να δω πώς μπορώ να επανενταχθώ, να επαναπροσδιοριστώ. Για επαγγελματικούς λόγους αναγκάστηκα να μεταφερθώ στην Αμερική. Μεγάλη και δύσκολη αλλαγή. Έψαξα εάν υπήρχε κάτι να με βοηθήσει να εξελιχτώ στην φωτογραφία. Βρήκα κάποια σεμινάρια που παρακολούθησα. Κάθε φορά που έπρεπε να μιλήσω για αυτό που κάνω και νιώθω, με έπιαναν τα κλάματα, χωρίς να καταλαβαίνω τον λόγο.  Οι δάσκαλοι με αποκαλούσαν «η Ελληνίδα που κλαίει!». Ξαφνικά κατάλαβα ότι ο λόγος ήταν αυτό το κενό που ένιωθα τόσα χρόνια μακριά από την φωτογραφία. Άρα η «υπέρβαση» ήταν σταδιακή, ίσως ύπουλα εδραιώθηκε, χωρίς να το συνειδητοποιήσω, χωρίς φυσικά να σημαίνει ότι έχω κάνει κάποια φωτογραφική υπέρβαση. Είναι απλά το συναίσθημα και το πάθος που νιώθω για τη Φωτογραφία.

Υπάρχει κάτι που σε απασχολεί πιο πολύ στην φωτογραφία αυτό τον καιρό;
Συνεχίζω την προσπάθεια για συλλογή «μαγικών στιγμών» και συνεχίζω την φωτοέκθεσή μου BeachStories.

Καλή συνέχεια λοιπόν. Έχω την αίσθηση πως κάνουμε όλοι μας ερωτήσεις και κυρίως οι φωτογράφοι. Εύχομαι να μην πάρουμε ποτέ απαντήσεις και να ψάχνουμε την μαγεία γενικά, αλλά και ειδικά αυτή που ενώνει τους ανθρώπους σε μια εικόνα, μετά από ένα κλικ της μηχανής…
Προσθέτω και μια ακόμα πληροφορία, αν την θεωρείς χρήσιμη: Από μικρή είχα θέματα με την συγκέντρωση, ίσως μια ελαφριά μορφή διάσπασης προσοχής. Ανακάλυψα ότι, κρατώντας την φωτογραφική μου μηχανή είναι σαν να κρατώ ένα μαγικό ραβδί, με το οποίο είμαι απόλυτα παρούσα στο τώρα, και με τις έξι αισθήσεις, βιώνοντας κάθε στιγμή σαν να ήταν η τελευταία…


Niki Gleoudi:

“Born and raised in Greece. While studying and working I took an interest in people and street photography. After moving to Miami, USA, five years ago I started working on various projects, mostly documentary and street. I love exploring relationships, emotions and the energy that lies beneath.  Photography is more than a passion, it is a part of myself.

Collaboration with the Inter-university Postgraduate Program “Museology – Cultural Management” within the frame of the “Greek Diaspora Research Program” in Greece, 2017.
Solo exhibitions in ZM Gallery, Thessaloniki, Greece, 1998
Macedonian Museum of Contemporary Art, Thessaloniki, Greece, summer 2017
Privileged member of BULB collective http://www.bulbphotos.eu/
Latest publication at BURN magazine:  http://www.burnmagazine.org/essays/2017/01/niki-gleoudi-shades-blue/
Published at Kathimerini, APF magazine and other photo magazines.
MSPF  (Miami Street Photo Festival)  finalist 2017
Keynote speaker at the History Miami Museum during the MSPF and Art Basel 12/2017.
Selected photo exhibited at the History Miami Museum during Art Basel 12/2017-4/2018

Also exhibited at:
Street Photo Milano 5/2018
Key West Photo Festival 2/2018
Somerset House, London UK 10 April- 6 May 2018
Gadcollection Gallery, Paris, France 11-21 May 2018
Exhibition during Les Rencontres d’ Arles, Cosmos Book Fair July 2-7 2018
LensCulture Art Photography Awards 2018 Editors’ Pick
Sony World Photography Awards shortlisted and commended photographer in the Open Street photo category 2/2018
LensCulture Street Photography Awards 2018 Jurors’ Pick  (Magnum photographer David Alan Harvey)”

https://www.instagram.com/nikigle/

Σχετικά άρθρα