Άνια Βουλούδη: “Η δεύτερη ανάγνωση της εικόνας ποτέ δεν με ενδιέφερε”

Μερικές φωτογραφίες χρειάζεται να τις κοιτάξεις πολλές φορές, ψάχνοντας για απαντήσεις. Άλλες, μπορεί μία φορά να τις δεις και να είναι αυτό αρκετό, απλώς γιατί πλέον ξέρεις, αισθάνεσαι. “Η φωτογραφία μπορεί να απαντήσει σε όσους τη ρωτάνε… Εγώ δεν έχω να ρωτήσω κάτι” λέει η φωτογράφος και ποιήτρια Άνια Βουλούδη. Είχα όμως εγώ αρκετά να τη ρωτήσω…

Πιστεύεις ότι η φωτογραφία είναι το “καλύτερο που έχεις να κάνεις κάποιες στιγμές“;
Ναι. Σε περίπτωση βέβαια που με ρωτούσες το αντίθετο, θα έλεγα πάλι ναι.

Σε μια φωτογραφία τα πρόσωπα που απεικονίζονται και ο φωτογράφος έχουν συγκεκριμένους ρόλους, που δεν μπορούν να τους ανταλλάξουν. Η συνενοχή σε αυτό που συμβαίνει είναι δεδομένη. Και ο θεατής; Παίζει κάποιο ρόλο;
Φυσικά και μπορούν όλα να αλλάξουν, περνώντας την μηχανή στα χέρια των άλλων. Δεν βλέπω ρόλους, ούτε ενοχή – για να υπάρχει συνενοχή – σε κάτι τόσο απλό, όσο το να παίρνει κανείς μία φωτογραφία. Για τους θεατές  δεν γνωρίζω τίποτα.

Κοιτάζουμε αυτούς που μας κοιτάνε” ή βλέπουμε ό,τι θυμόμαστε;
Κοιτάμε, βεβαίως κοιτάμε καλά, μα συνήθως ύστερα κάτι θυμόμαστε.

Το ότι διακρίνουμε το παρελθόν από το παρόν, έχει σαν αποτέλεσμα να ορίζουμε τον χρόνο, όπως περιγράφει ο Λε Γκοφ. Οι φωτογραφίες δημιουργούν μνήμη, άρα ιστορίες;
Οι φωτογραφίες κρατούν τη μνήμη πιο ισχυρή, το γνωρίζω γιατί η μνήμη μου χωρίς τέτοια βοηθήματα είναι κάκιστη. Δημιουργούν αναπόφευκτα και ιστορία, αφού απεικονίζουν γεγονότα και συνθήκες. Οι φωτογραφίες είναι μια ανάγκη για το παρόν, όσο και για μια μελλοντική μνήμη. Λίγη σημασία έχει όμως να ορίσουμε τον χρόνο. Θα μπορούσαμε να μη χρησιμοποιούμε αυτήν την έννοια, να μη λέμε ο καιρός περνάει ή δεν έχω χρόνο για χάσιμο. Θα ήταν προτιμότερο.

Άραγε με το να δείχνει ο φωτογράφος την καθημερινότητα των ανθρώπων προχωρά σε μία εξίσωσή μεταξύ τους, κάτι που δείχνει τελικά και δημοκρατικό; Όλοι τους πιά, είναι εκεί, ανελέητα παγιδευμένοι στο κάδρο, και στην μνήμη όλων μας…
Δεν πιστεύω πως πρόκειται για εξίσωση των ανθρώπων, αλλά για την ιδιοτελή ανάδειξη κάποιων. Παγιδευμένοι δεν είναι εκείνοι στο κάδρο μας, έχουν φύγει από εκεί δια παντός. Εμείς που κρατάμε τη φωτογραφία και που μας ανήκει, εμείς είμαστε παγιδευμένοι στην εικόνα τους.

Πιστεύω προσωπικά ότι το αλλόκοτο είναι στοιχείο της καθημερινότητας. Στις φωτογραφίες απλά είναι αποτέλεσμα οπτικής προσέγγισης. Πες μου αν θέλεις την άποψή σου…
Το δυστυχές είναι πως, ενώ η ζωή είναι από μόνη της κάτι το αλλόκοτο, πράγμα αξιοθαύμαστο και εξαιρετικά ενδιαφέρον, αυτό ακριβώς είναι που οι άνθρωποι φοβούνται να νιώσουν και να συγκρατήσουν. Το αλλόκοτο όμως τυχαίνει να είναι και πιασάρικο οπτικά. Έτσι, εμείς οι φωτογράφοι, που είμαστε φλύαροι και επιρρεπείς στη ρηχή φαντασμαγορία, χρησιμοποιούμε τρικ για να το δημιουργήσουμε. Η οπτική προσέγγιση του παράξενου είναι πολύ συχνά ένα τρικ. Ελάχιστες είναι οι φορές που το αλλόκοτο στη φωτογραφία είναι πραγματικό, άφοβο κι ωραίο.

Υπάρχει η σκέψη πως οι φωτογραφίες κάποιες φορές είναι σκηνοθετημένες φαντασιώσεις, κάτι πιο προσωπικό δηλαδή.
Δεν με νοιάζει να εξηγήσω τι είναι, όταν είναι καλές. Δε με νοιάζει ακόμη περισσότερο να εξηγήσω τι είναι, όταν δεν είναι καλές. Η δεύτερη ανάγνωση της εικόνας ποτέ δεν με ενδιέφερε. Θέλω να μένω στην πρώτη αίσθηση, αυτή προκαλεί τα εντονότερα συναισθήματα, αυτή ενέχει όλη την αλήθεια. Έπειτα έρχεται η εκλογίκευση και η νοηματοδότηση, μία ανάλυση υποθετικά σε βάθος, που πάντα όμως κρύβει μια ανειλικρίνεια. Η εξήγηση δεν είναι τόσο προσωπική, όσο νομίζουμε ότι είναι.

Η ζωή που αντικρίζουμε γύρω είναι πολύπλοκη; Μπορεί η φωτογραφική της προσέγγιση –αποφεύγω τους στενούς χαρακτηρισμούς τέχνη ή τεχνική – να απαντήσει σε τέτοια θεμελιακά ερωτήματα και να την αναλύσει;
Η ζωή είναι απλή. Εγώ έτσι θέλω να τη σκέφτομαι. Η φωτογραφία μπορεί να απαντήσει σε όσους τη ρωτάν. Εγώ δεν έχω να ρωτήσω κάτι.

Σκοπεύεις και τραβάς γρήγορα τις φωτογραφίες σου, σε ενδιαφέρει η στιγμή ή και σύνθεση υποσυνείδητα; Υπήρχε πάντα η άποψη ότι η μορφή ενός συνόλου καθορίζεται από το περιεχόμενό του…
Ναι, τραβάω γρήγορα και συνήθως ενώ είμαι σε κίνηση. Δε με νοιάζει τόσο η σύνθεση, πολλές φορές δεν θυμάμαι τι ακριβώς τράβηξα αφού έχω απομακρυνθεί. Η στιγμή δεν με ενδιαφέρει υποσυνείδητα, αλλά τελείως συνειδητά και ολόσωμα. Δεν μπορώ απλώς να την αφήσω να περάσει. Πάντα κάτι κάνω για αυτήν. Η μορφή του συνόλου αυτονόητα και ευτυχώς καθορίζεται από τα επιμέρους, αλλιώς δε θα μας συνάρπαζε τίποτα μικρό.

Οι φωτογραφίες σου είναι υπέροχα άμεσες, χωρίς τεχνάσματα – ό,τι μπορεί να δώσει η μνήμη της κάμερας που αγκαλιάζει το θέμα. Νιώθεις καμιά φορά την ανάγκη για περισσότερες τεχνικές επεμβάσεις, πάνω σε αυτές;
Όχι πια.

Σε ενδιαφέρει ο τεχνικός εξοπλισμός;
Όχι. Χαίρομαι που έχω μια-δυο απλές μηχανές.

Και κουβαλάς πάντα μια κάμερα μαζί σου;
Ναι.

Στο προηγούμενο ερώτημα κρύβεται και κάποιο άλλο. Η φωτογραφία, θεωρείς είναι ανάγκη, πάθος, αγάπη; Ή είναι ένας τρόπος να επιστρέψουμε εκεί από όπου έχουμε χαθεί;
Η φωτογραφία είναι κυρίως μια συνήθεια. Έχω συνηθίσει να τραβάω τη μηχανή από την τσέπη μου μόλις σκεφτώ «Αυτό εδώ το πράγμα μπροστά μου τώρα είναι πολύ ωραίο».

“Θα βρω
τη φωτιά
που καίγεται
τι να την κάνω άμα τη δω;
θα είναι μαύρη όπως είπαν;
πάω”

Αυτό είναι ένα ποίημα από το βιβλίο σου «Η πλατεία ως μια βέβαιη κατάληξη». Το μαύρο είναι χρώμα τελικά; Το χρώμα της φωτιάς; Νομίζω, προτιμάς το χρώμα στις φωτογραφίες σου…
Το μαύρο είναι το σκοτάδι ή το κενό, είναι μια τρύπα, είναι η νύχτα. Μαύρη είναι και η φωτιά που καίγεται, αντί να καίει. Το μαύρο είναι η απουσία του χρώματος και του φωτός, άρα δεν είναι μέσα στις φωτογραφίες μου. Θα έλεγα όμως πως είναι σαν να κάθεται δίπλα.

Έγραφες κάπου πως, την στιγμή του κλικ, όταν σκοπεύεις την φωτογραφία σου, δεν θέλεις να ακούς τίποτα άλλο έξω από αυτό. Πιστεύω ότι τότε, όταν το διάβασα, έμαθα όλα όσα έπρεπε να ξέρω για σένα σαν φωτογράφο. Δεν θα σε ρωτήσω λοιπόν αν οι φωτογραφίες σου μπορεί να μοιάζουν με τα ποιήματά σου…
Δεν είναι μόνο πως δεν θέλω ν’ ακούω τίποτα, αλλά πως δεν ακούω τίποτα πραγματικά. Για το αν οι φωτογραφίες μοιάζουν με τα ποιήματά μου, είναι σαν να αναρωτιέται κανείς αν μοιάζω σε εμένα.

Πώς ξεκίνησε Άνια, η ιστορία σου με την φωτογραφία; Και την ποίηση.
Ξεκίνησε το 2007 όταν αποφάσισα να πάρω ένα μικρό τραπεζικό δάνειο για την πρώτη μου φωτογραφική μηχανή. Τότε ήταν που άρχισα και να γράφω. Ήρθαν μαζί κι ήταν ωραία…

Σε ευχαριστώ πολύ.

“Εμπιστευτείτε τον εαυτό σας

στον Ραμόν

όταν τον βρείτε

μόνο φροντίστε να μη

βρίσκεστε πολύ κοντά

στα χέρια του

και μακριά από τα αυτιά του επίσης

τα οποία

κάνουν κάτι που θα σας εξηγήσω

μια άλλη φορά

Ως τότε

εμπιστευτείτε την άμοιρη ψυχή σας

στον Ραμόν.”

Άνια Βουλούδη, Ποιος είναι ξαφνικά ο Ραμόν/ (Η πλατεία ως μια βέβαιη κατάληξη, εκδόσεις Αντίποδες, 2018)


Η Άνια Βουλούδη γεννήθηκε το 1987 στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται ως Πολιτικός Μηχανικός.
Τον Νοέμβριο του 2018 εκδόθηκε η πρώτη της ποιητική συλλογή “Η πλατεία ως μια βέβαιη κατάληξη” από τις εκδόσεις Αντίποδες.
Σε συνεργασία με το Void εξέδωσε τα zines “Geduld ist eine Kartoffel” (2016) και “How to run away from Wuppertal” (2017).
Το 2014 σχεδίασε τον δίσκο του Μιχάλη Σιγανίδη “97%”.
Η τελευταία της ατομική έκθεση “Seymour”, τον Μάρτιο του 2018, βασισμένη στον Seymour Moskowitz του Τζον Κασσαβέτη, εγκαινίασε τον νέο εκθεσιακό χώρο “The Room” στη Θεσσαλονίκη.

http://www.aniavouloudi.com/
https://www.facebook.com/ania.vouloudi  
https://www.instagram.com/aniavouloudi/

 

Σχετικά άρθρα